Κυριακή, Δεκεμβρίου 31, 2006

Πρωτοχρονιάτικη ευχή

Kαθαρότατον ήλιο επρομηνούσε
της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη•
και από κει κινημένο αργοφυσούσε
τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ' αέρι,
που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
"Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα".

Πηγή: "Ο Λάμπρος. H Ημέρα της Λαμπρής" του Διονυσίου Σολωμού. Ακούγεται στην ταινία του Θ. Αγγελόπουλου 'Μια αιωνιότητα και μια μέρα'. Η μουσική είναι της Ελένης Καραϊνδρου.





  • συναισθήματα

Κυριακή, Δεκεμβρίου 24, 2006

Μια Χριστουγεννιάτικη ιστορία

T'was the night before Christmas, when all through the house
Not a creature was stirring, --not even a mouse;
The stockings were hung by the chimney with care,
In hopes that St. Nicholas soon would be there.
The children were nestled all snug in their beds,
While visions of sugar-plums danced in their heads;
And mamma in her 'kerchief, and I in my cap,
Had just settled down for a long winter's nap,

When out on the lawn there arose such a clatter,
I sprang from the bed to see what was the matter.
Away to the window I flew like a flash,
Tore open the shutters and threw up the sash.
The moon on the breast of the new-fallen snow
Gave the lustre of mid-day to objects below,
When, what to my wondering eyes should appear,
But a miniature sleigh, and eight tiny reindeer,

With a little old driver, so lively and quick,
I knew in a moment it must be St. Nick.
More rapid than eagles his coursers they came,
And he whistled, and shouted, and called them by name;
"Now, DASHER! now, DANCER! now, PRANCER and VIXEN!
On, COMET! on CUPID! on, DONDER and BLITZEN!
To the top of the porch! to the top of the wall!
Now dash away! dash away! dash away all!"

As dry leaves that before the wild hurricane fly,
When they meet with an obstacle, mount to the sky,
So up to the house-top the coursers they flew,
With the sleigh full of toys, and St. Nicholas too.
And then, in a twinkling, I heard on the roof
The prancing and pawing of each little hoof.
As I drew in my hand, and was turning around,
Down the chimney St. Nicholas came with a bound.
He was dressed all in fur, from his head to his foot,
And his clothes were all tarnished with ashes and soot;
A bundle of toys he had flung on his back,
And he looked like a peddler just opening his pack.

His eyes -- how they twinkled! his dimples how merry!
His cheeks were like roses, his nose like a cherry!
His droll little mouth was drawn up like a bow,
And the beard of his chin was as white as the snow;
The stump of a pipe he held tight in his teeth,
And the smoke it encircled his head like a wreath;
He had a broad face and a little round belly,
That shook, when he laughed like a bowlful of jelly.

He was chubby and plump, a right jolly old elf,
And I laughed when I saw him, in spite of myself;
A wink of his eye and a twist of his head,
Soon gave me to know I had nothing to dread;
He spoke not a word, but went straight to his work,
And filled all the stockings; then turned with a jerk,
And laying his finger aside of his nose,
And giving a nod, up the chimney he rose;
He sprang to his sleigh, to his team gave a whistle,
And away they all flew like the down of a thistle.
But I heard him exclaim, ere he drove out of sight,
"HAPPY CHRISTMAS TO ALL, AND TO ALL A GOOD-NIGHT."


Πηγή: "A Visit from Saint Nicholas" by Clement Clarke Moore. Διαβάζει ο Louis Armstrong.




  • Με το ποίημα αυτό άρχισε η παράδοση του Santa Claus στην Αμερική το 1823
  • Για όσους αισθάνονται μόνοι αυτή τη νύχτα
  • συναισθήματα

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 21, 2006

Τώρα που ωρίμασε ο καημός στην ψυχή, τον κατάλαβα


Είναι λογής παλικαριές, είναι και λογής παλικάρια. Το κάθε τι στη ζωή το αγναντεύεις και το χαίρεσαι μέσα στον περίγυρο του. Όμως μέσα του είναι και ένας σκοπός που το κυβερνά, κι αυτός είναι που του δίνει το νόημα του. Κάθε καρπός θέλει τη γης και το κλίμα του για να μελώσει, θέλει κ’ ένα στόμα για να τον βυζάξει. Κάθε καράβι θέλει τα νερά του για να πλέψει, όμως η μοίρα του, εκεί σ’ ένα μακρινό λιμάνι στέκεται και το καρτερεί. Ετσ’ είναι.
Μόνο το Βασίλη τον Αρβανίτη, που στάθηκε μέσα στα παιδιάτικά μου όνειρα ο αρχάγγελος της παλικαριάς, τόσα χρόνια περνούσαν από πάνω μου, μέστωναν τη στόχαση μου, και μολαταύτα δε μπορούσα να καταλάβω το θάμα της ορμής του. Τι γύρευε, που τραβούσε και τι πίστευε. Και μόνο τώρα, που ωρίμασε ο καημός στην ψυχή και στέριωσε ο καιρός την αντριά μου, τον κατάλαβα…


Πηγή: «Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ « του Στρατή Μυριβήλη


  • χαρακτήρες

Τρίτη, Δεκεμβρίου 12, 2006

Μαζί σου λαλώ κάθε ωραίο σκοπό

Ω καλή μου ξανθιά
συντροφιά μου γλυκιά
που μαζί σου λαλώ
κάθε ωραίο σκοπό

Ήρθες, ήρθες, εφάνης
με σουραύλι να υφάνεις
ύμνους, κελαηδισμούς
ήχους εαρινούς

Εμπρός, αρχίνα, πες τους
γλυκά τους αναπαίστους





Πηγή: Από το έργο του Αριστοφάνη "Ορνιθες". Τραγουδά ο Γιώργος Μούτσιος

  • Το έργο ανέβηκε πρώτη φορά από το Θέατρο Τέχνης το 1959, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν, μουσική Μάνου Χατζιδάκι, σκηνικά και κοστούμια Γιάννη Τσαρούχη με τους Γιώργο Μούτσιο, Σπύρο Σακκά, κλπ. Η μετάφραση είναι του Βασίλη Ρώτα
  • Οι «Όρνιθες» είναι το λυρικότερο από τα σωζόμενα έργα του Αριστοφάνη. Μια κραυγή αγωνίας…Θέμα της, το ταξίδι, μια συνειδητή μετανάστευση, ένα αναγκαίο ταξίδι, σ’ έναν άλλο κόσμο, που υπερβαίνει την πραγματικότητα. Ένα ταξίδι στον κόσμο της ουτοπίας και του ονείρου. Σε κάθε περίπτωση σ’ έναν κόσμο υπέρβασης. «Φεύγω μονάχα για να φύγω»…Φεύγω. Αναχωρώ. Αναζητώ. Μετατοπίζομαι. Έννοιες που ο καθένας αναζητά καθημερινά. Σπανίως επιχειρεί. Ο κόσμος των Ορνίθων είναι πιθανά ο κόσμος της προέλευσής μας, ή και ο κόσμος της επιστροφής. Ο κόσμος του ονείρου ή του «εκείνου» της ψυχιατρικής επιστήμης.
  • Τα δύο ερωτευμένα πουλιά ξεφεύγουν από την από την εξουσία του Πεισθέταιρου και χτίζουν τη δική τους ερωτική φωλιά.
  • έρωτας


Πέμπτη, Δεκεμβρίου 07, 2006

Γίνε αρωγός μου

Au secours!

Théâtre, viens à mon secours !
Je dors. Eveille-moi
Je suis perdu dans le noir, guide moi, au moins vers une bougie
Je suis paresseuse, fais-moi honte
Je suis fatigué, lève-moi
Je suis indifférent, frappe-moi
Je reste indifférente, casse-moi la figure
J’ai peur, encourage-moi
Je suis ignorante, éduque-moi
Je suis monstrueuse, humanise-moi
Je suis prétentieux, fais-moi mourir de rire
Je suis cynique, démonte-moi
Je suis bête, transforme-moi
Je suis méchante, punis-moi
Je suis dominant et cruel, combats-moi
Je suis pédante, moque-toi de moi
Je suis vulgaire, élève-moi
Je suis muette, dénoue-moi
Je ne rêve plus, traite-moi de lâche ou d’imbécile
J’ai oublié, lance sur moi la Mémoire
Je
me sens vieille et rassie, fais bondir l’Enfance
Je suis lourd, donne-moi la Musique
Je
suis triste, va chercher la Joie
Je
suis sourde, en tempête fais hurler la Douleur
Je
suis agité, fais monter la Sagesse
Je
suis faible, allume l’Amitié
Je suis aveugle, convoque toutes les Lumières
Je suis soumise à la Laideur, fais entrer la Beauté conquérante
J’ai été recruté par la Haine, fais donner toutes les forces de l’Amour.


Βοήθεια!

Θέατρο, γίνε αρωγός μου!

Κοιμάμαι. Αφύπνισε με.

Χαμένος στο σκοτάδι είμαι, δείξε μου το δρόμο, τουλάχιστον σ’ ένα λυχνάρι

Είμαι οκνηρός, κάνε να ντρέπομαι

Είμαι κουρασμένος, φτιάξε με.

Είμαι αδιάφορος, ταρακούνησε με.

Παραμένω αδιάφορος, χαστούκισε με

Φοβάμαι, εμψύχωσε με

Είμαι αδαής, μάθε μου

Είμαι τέρας, εξανθρώπισε με

Είμαι φαντασμένος, κάνε να πεθάνω στα γέλια

Είμαι κυνικός, γκρέμισε με

Είμαι ανόητος, άλλαξε με

Είμαι κακεντρεχής, τιμώρησε με

Είμαι δεσποτικός και άσπλαχνος, πολέμησε με

Είμαι τυπολάτρης, γελοιοποίησε με

Είμαι άξεστος, ψήλωσε με

Δεν μπορώ ν’ αρθρώσω, λύσε μου τη γλώσσα

Έχω πάψει πια να ονειρεύομαι, αποκάλεσε με δειλό κι ανόητο

Λησμόνησα, πέταξε μου τη Μνήμη κατάμουτρα

Νοιώθω γέρος, ξεπερασμένος. Κάνε να σκιρτήσει το Παιδί που κρύβω.

Είμαι βαρύθυμος, χάρισε μου τη Μουσική

Είμαι θλιμμένος, φέρε μου τη χαρά

Είμαι κουφός, ούρλιαξε τον Πόνο σαν καταιγίδα

Είμαι ταραγμένος, άφησε τη Σοφία να μεγαλώσει μέσα μου

Είμαι αδύναμος, λάμψε τη Φιλία

Είμαι τυφλός, μάζεψε όλο το Φως

Μ’ έχει κατακυριεύσει η Ασχήμια, με την Ομορφιά άλωσε με

Μ’ έχει προσεταιρίσει το Μίσος, ελευθέρωσε τη δύναμη της Αγάπης.

Πηγή: «Au secours!» μήνυμα της Ariane Mnouchkine, στις 27 Μαρτίου 2005, για την παγκόσμια μέρα του Θεάτρου

  • Η Αριάν Μνούσκιν, σκηνοθέτις του θεάτρου, ίδρυσε το 1964 στο Παρίσι πλαισιωμένη από μια ετερόκλητη ομάδα το "Theatre du Soleil". Τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχε προλογίσει στη Σορβόννη τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, όπου παρουσίασε τις απόψεις του για το θέατρο. Το 1978 παίζεται η κινηματογραφική ταινία "Moliere" σε δικό της σενάριο και σκηνοθεσία με συμμετοχή όλου του θιάσου. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνει η δημιουργός, αυτό που θέλει να δείξει είναι " πως ο γιος ενός ταπετσιέρη κατάφερε να γίνει θαυμάσιος ηθοποιός και οικουμενικός συγγραφέας, τόσο γνωστός και τόσο άγνωστος;" Η ταινία ήταν υποψήφια για το βραβείο Palm d' Or στο Cannes Film Festival.
  • γράμματα

Πέμπτη, Νοεμβρίου 30, 2006

Το κυνήγι τους κρατάει άυπνη την ψυχή μας

… Τα εξωτερικά πράγματα σαν τέτοια δε σημαίνουν τίποτα για το μεγαλοφυή, να γιατί κανείς δεν μπορεί να τον καταλάβει. Κάθε τι εξαρτιέται από την ερμηνεία που αυτός δίνει, όταν συμπαρίσταται ο μυστικός του φίλος (το πεπρωμένο). Το σύμπαν ολόκληρο μπορεί να χαθεί, ο πιο ηλίθιος όπως και ο πιο ευφυής μπορούν να συμφωνήσουν στο να του πάρουν από τα χέρια την άκαρπη προσπάθεια. Μολαταύτα ο μεγαλοφυής ξέρει πως είναι δυνατώτερος απ’ όλο τον κόσμο, αρκεί να μην βλέπει κανένα αμφίβολο γραπτό, εκεί που διαβάζει τη θέληση του πεπρωμένου. Αν το διαβάσει όπως το ποθεί, τότε θα πει με την παντοδύναμη φωνή του στον πιλότο: «Προχώρα μονάχα, τον Καίσαρα και την τύχη του οδηγείς» (Πλουτάρχου: «Καίσαρ», 38)…

… Να γιατί ο μεγαλοφυής αγωνιά άλλες ώρες απ΄ ότι ο κοινός άνθρωπος. Ο κίνδυνος δεν αποκαλύπτεται στον κοινό άνθρωπο, παρά μόλις τη στιγμή του κινδύνου, μέχρι τότε βρίσκεται στη σιγουριά του, και μόλις περάση ο κίνδυνος νοιώθει πάλι ασφαλής. Ο μεγαλοφυής κατά την ώρα του κινδύνου βρίσκεται στο αποκορύφωμα της δύναμης του, κι αντίθετα η αγωνία προϋπάρχει η έπεται αυτής της ώρας και λαβαίνει χώρα σε μια τρομώδη στιγμή, όπου ο μεγαλοφυής πρέπει να διαλεχθή μ’ εκείνον τον μεγάλο Άγνωστο, που είναι το πεπρωμένο…

… και αυτή είναι η αιτία για την οποία βρίσκεται σε σχέση αγωνίας προς το πεπρωμένο…

…Αν όμως παραμείνει στην αμεσότητα με ζωή στραμμένη ολόκληρη προς τα έξω , μπορεί βέβαια να είναι μεγάλος και τ’ ανδραγαθήματα του υπέρμετρα, δε θα φτάση όμως ποτέ στον εαυτό του κι ούτε ποτέ θα είναι μεγάλος στα δικά του μάτια…

Χρειάζεται πολύ θάρρος για ν’ αντιληφθής πως μια τέτοια μεγαλοφυής ύπαρξη, παρά τη λάμψη της, τη μεγαλοπρέπεια της, τη σημαντικότητα της, είναι αμαρτία. Και κανείς δεν το αντιλαμβάνεται πριν μάθη να χορταίνη την πείνα της άπληστης ψυχής του. Κι όμως έτσι είναι…

… Αν θελήσεις να πάρεις για παράδειγμα τον Ταλλεϋράνδο, θα μπορέσεις να παρατηρήσεις σ’ αυτόν τη δυνατότητα μιας πολύ βαθύτερης εσωτερικοποίησης της ζωής. Αλλά αυτός την απέφευγε..,

…Είν’ ένα ξαλάφρωμα στη ζωή ν’ ακολουθήσης τις άμεσες τάσεις, είτε είσαι μεγάλος είτε είσαι μικρός· κι αυτός που από έλλειψη πνευματικής ωριμότητας δεν καταλαβαίνει πως ακόμα και μια αθάνατη δόξα είναι μονάχα της κατηγορίας της προσκαιρότητας, αυτός που δεν καταλαβαίνει πως αυτά τα πράγματα, που το κυνήγι τους κρατάει άυπνη την ψυχή μας με τον πόθο και τη λαχτάρα, είναι μονάχα πενιχρή ατέλεια σε σύγκριση προς την αθανασία που υπάρχει για κάθε άνθρωπο, και που θάχε δίκιο ο κόσμος ολόκληρος να την ζηλεύη αν και μόνο για έναν άνθρωπο επιφυλασσόταν – αυτός δεν θα μπορέση να μάθη ούτε τόσο δα τι σημαίνει πνεύμα κι αιωνιότητα…

Πηγή: « Η έννοια της αγωνίας» του Σαίρεν Κίρκεγκωρ (“Begrebet Angest” af den Soeren Aabye Kierkegaard), μτφρ. Γιάννη Τζαβάρα, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1971, σσ. 117-133


Σάββατο, Νοεμβρίου 25, 2006

Όχλοι. Μοναξιά: ίσοι και μεταβλητοί όροι

Δεν είναι δυνατόν ο καθένας νάχει πάρει το βάφτισμα του όχλου: η απόλαυσή του είναι τέχνη. Και μονάχα αυτή, με τα έξοδα του ανθρώπινου είδους, μπορεί να δώσει μια κραιπάλη ζωτικότητας, σ' αυτήν εμφύσησε στην κούνια της μέσα, μια νεράιδα, τη διάθεση της μεταμφίεσης και της μάσκας, το μίσος για το σπίτι και το πάθος για ταξίδια.

Όχλοι. Μοναξιά: ίσοι και μεταβλητοί, από τον ενεργητικό και παραγωγικό ποιητή, όροι. Όποιος δεν ξέρει να γεμίζει τη μοναξιά του, δεν ξέρει και νάναι μόνος μέσα σ' ένα πολυάσχολο πλήθος.

Ο ποιητής έχει αυτό το ασύγκριτο πλεονέκτημα, να μπορεί όποτε του αρέσει νάναι ο εαυτός του και οι άλλοι. Σαν αυτές τις περιπλανώμενες ψυχές, που ψάχνουν ένα σώμα, μπαίνει, όποτε θέλει στο πρόσωπό του καθένα. Γι' αυτόν, όλα είναι ελεύθερα. Κι αν μερικές θέσεις φαίνονται κλειστές, είναι γιατί στα μάτια του δεν αξίζουν τον κόπο, να τις επισκεφτεί.

Ο μοναχικός και σκεφτικός περιπατητής νιώθει ένα ολόδικό του μεθύσι μέσα σ' αυτή τη γενική κοινωνία. Εκείνος που παντρεύεται εύκολα το πλήθος, γνωρίζει καυτές χαρές, που θα στερηθή παντοτινά ένας εγωιστής, κλεισμένος σαν σεντούκι κι ένας τεμπέλης, εγκλωβισμένος σαν μαλάκιο. Υιοθετεί όλα τα επαγγέλματα, σαν νάταν δικά του, όλες τις χαρές κι όλες τις λύπες, που οι συνθήκες του προσφέρουν.

Αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν έρωτα είναι πολύ μικρό, πολύ στενό κι αδύναμο, αν συγκριθεί με το βουβό όργιο, με την ιερή εκπόρνευση της ψυχής, που δίνεται ολόκληρη, ποίηση και ευσπλαχνία, στο απρόοπτο, στον άγνωστο που περνά.

Καλό κάνει να μαθαίνουμε καμιά φορά στους ευτυχισμένους αυτού του κόσμου, μόνο και μόνο για να ξευτελίσουμε για λίγο, την ηλίθια υπερηφάνειά τους, πως υπάρχουν ανώτερες ευτυχίες από τις δικές τους, πιο πλατειές και πιο εκλεπτισμένες. Οι ιδρυτές των αποικιών, οι πάστορες των λαών, οι εξορισμένοι στην άκρη του κόσμου ιεραπόστολοι γνωρίζουν αναμφίβολα κάτι απ' αυτά τα μυστήρια μεθύσια. Και στην αγκαλιά της απέραντης οικογένειας που μέσα της φτιάχτηκε το πνεύμα τους, πρέπει να γελούν καμιά φορά μ' αυτούς που τους λυπούνται για την τόσο ξέφρενη τύχη τους και τη σεμνή ζωή τους.

Πηγή : "Charles Baudelaire: Ein Lyriker im Zeitalter des Hochkapitalismus" von Walter Benjamin

  • Είναι ένα σχόλιο για το ποίημα του Μπωντλαίρ "Les Foules" από τη συλλογή του "Le Spleen de Paris", όπου παραλληλίζεται και αντιπαραβάλλεται ο ποιητής με τον E. A. Poe ακριβώς με βάση τον ρόλο του πλήθους στο έργο τους.
  • Η μετάφραση είναι της Ιωάννας Ναούμ

Σάββατο, Νοεμβρίου 18, 2006

Δεν του λέει «σκάσε εσύ», του λέει «άκου εσύ»

...Θέλω πια την ουσία των πραγμάτων. Η υπόθεση είναι να πεις πέντε πράγματα όπως είναι, να τα πεις όπως τα αισθάνεσαι. Και δεν έχεις να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν. Άλλωστε δεν περιμένει ο χρόνος. 4.160 Σαββατοκύριακα είναι η ιστορία...»

...H επιτυχία έχει σχέση με τον χρόνο. Αυτό το «πώς η ιστορία γίνεται σιωπή». Αυτό ταράζει ακόμη και τον πιο μη συνειδητοποιημένο. Δεν του λέει «σκάσε εσύ», του λέει «άκου εσύ». Συνεπώς αυτός είναι ο δρόμος...

…Αλλά έχω αρχίσει να παίζω με το εμείς. Τουλάχιστον να φτιάξουμε τη δική μας ανατολή και τη δική μας δύση. Και αυτό είναι θέμα περισσοτέρων. Γράφεις μουσική είτε για να εκφράσεις τα εσώψυχά σου, είτε για να κυλιστείς στη λάσπη, είτε για να παίξεις γροθιές με τον χρόνο. Όλα αυτά με καθιστούν σύντροφο με όσους κάνουν το ίδιο. Μαζί ίσως την ξαναδούμε την ανατολή, από την ίδια μεριά - κανονικά. Αν τη δούμε κόκκινη δεν ξέρω. Αλλά αν αξίζει να τη δούμε, ας τη δούμε κόκκινη. Το ροζ μ' ενοχλεί…

…Υπάρχουν πάνω από 50 σπουδαίοι τραγουδιστές τα τελευταία 50 χρόνια. Έξι - εφτά από αυτούς ανεξήγητα κάτι κουβαλάνε στη φωνή τους που κατά διαστήματα έχουν διεγείρει τα συναισθήματά μας. Έχουν λειτουργήσει ως η συνισταμένη τής φωνής του Έλληνα...

Πηγή: Συνέντευξη του Θάνου Μικρούτσικου στην εφημερίδα "ΤΑ ΝΕΑ"

  • συναισθήματα

Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2006

Πώς τον θέλεις τον Έρωτά σου;

Άραγε από τους Έρωτες ποιον
θα προτιμήσεις; Τον αγνό και άσπιλο
με τα ορθάνοιχτα καρφωμένα μάτια εμπρός;
'Η το θρασύ και ασελγή, που σπιθίζει
με τα κατορθώματα των καταναγκαστικών
του έργων; 'Η τον έντρομο αλλά
και ανυπομονούντα παρθενικόν Έρωτα
με τα αλαφιασμένα μάτια, τα κλειδωμένα γόνατα
και τα σφιγμένα μπούτια; 'Η το δειλό
και νοσηρό, εσώστρεφο Ερωτα με μισόκλειστα
βλέφαρα, που μαντεύεις από μέσα τις μαύρες
κόρες να κοιτάνε λοξά; 'Η τον απορημένο
της πρωτάρας; 'Η τον τσαχπίνικο με τα χάχανα
και τα ανόητα παιχνίδια; 'Η κείνον με τα μισόλογα,
τα κρυφόλογα, τις σκιές
πάνω από αμφίβολα πάθη, ή τον Έρωτα που σοβαρά
στοχάζεται τις αμηχανίες; Και κείνον
που απελπίζεται και πέφτει στο ποτάμι;
'Η τον κρυφό και μυστικό που λιώνει από ηδονή
ανομολόγητη; Πώς τον θέλεις τον Έρωτά σου;
Στους τέσσερις ανέμους; Στα τρίστρατα,
τα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία;

'Η όπως πέρσι στο Μαρίενμπαντ;

Πηγή: "Πώς τον θέλεις τον Έρωτά σου;" του Ν. Χατζηκυριάκου - Γκίκα

  • Έρωτας

Πέμπτη, Νοεμβρίου 09, 2006

Πόσα σου χρωστάω...

…Your kind should not die out, my dear friend; the rest of us need people like you too much. How much I owe you: solace, understanding, stimulation in my loneliness, meaning to my life that I gained through you…

…It is primarily through your example that intellectually I gained the strength to trust my judgment, even when I am left alone - though not by you - and, like you, to face with lofty humility all the difficulties that the future may bring. For all that, accept my humble thanks! I know that you do not need me as much as I need you, but I also know that I have a secure place in your affection…

…The thought that both of us are occupied with the same work is the most enjoyable one I can concieve at present. I see how, via the detour of medical practice, you are reaching your first ideal of understanding human beings as a physiologist, just as I most secretly nourish the hope of arriving, via these same paths, at my initial goal of philosophy…


Πλάσματα, όπως εσύ, δεν πρέπει να εξαφανισθούν, αγαπητέ μου φίλε. Εμείς οι υπόλοιποι έχουμε ανάγκη από ανθρώπους σαν κι εσένα. Πόσα σου χρωστάω: παραμυθία, κατανόηση, στήριγμα στη μοναξιά μου, νόημα στη ζωή μου. Αυτά τ’ απέκτησα χάρις σ’ εσένα…

...Μέσα από το παράδειγμα σου απέκτησα προπάντων την πνευματική δύναμη να εμπιστεύομαι την κρίση μου, ακόμα κι όταν οι άλλοι με εγκαταλείπουν – όχι βέβαια εσύ – και σαν κι εσένα βλέπω πια με εγκαρτέρηση όλες τις δυσκολίες που ίσως μου φέρουν τα μελλούμενα. Για όλα αυτά δέξου τις ταπεινές μου ευχαριστίες! Γνωρίζω ότι δεν με χρειάζεσαι όσο έχω ανάγκη εγώ εσένα όπως κι ξέρω ότι έχω μια σίγουρη θέση στη φιλοστοργία σου…

…Ο συλλογισμός ότι μας απασχολεί το ίδιο έργο με γεμίζει χαρά, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη σκέψη. Βλέπω τον τρόπο, τον δρόμο δηλαδή της απλής Ιατρικής, που αγγίζεις το ιδανικό σου: την κατανόηση του ανθρώπου στις απλές φυσιολογικές του λειτουργίες. Ακριβώς έτσι κι εγώ τρέφω τον μυστικό καημό μου: να φθάσω μέσα από τον ίδιους δρόμους, στον αρχικό μου σκοπό, τη Φιλοσοφία…



Πηγή: Masson, J.M. (1985) (Ed.) The complete letters of Sigmund Freud to Wilhelm Fliess, 1887-1904. Cambridge: Harvard University Press. , p. 159. Letter 85, written in January 1, 1896.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 02, 2006

Κοιτάξτε μέσα από το παράθυρο του άλλου…

…Πριν από μερικές δεκαετίες έβλεπα μια ασθενή με καρκίνο του μαστού, που είχε περάσει ολόκληρη την εφηβεία της παγιδευμένη σε μια μακρόχρονη και πικρή πάλη με τον αρνητικό πατέρα της. Λαχταρώντας κάποια μορφή συμφιλίωσης, μια καινούργια αρχή για τη σχέση τους, περίμενε πως και πώς να την πάει ο πατέρας της με τα’ αυτοκίνητο στο κολλέγιο – μιά ευκαιρία να είναι μόνη μαζί του για πολλές ώρες. Αλλά το ταξίδι που περίμενε από καιρό με ανυπομονησία αποδείχτηκε καταστροφή. Η συμπεριφορά του πατέρα της ήταν απολύτως συνεπής με την αρνητικότητα του. Σ’ όλη τη διαδρομή δεν σταμάτησε να γκρινιάζει για το άθλιο, γεμάτο σκουπίδια ρυάκι που έτρεχε στο πλάι του δρόμου. Εκείνη, απ’ την άλλη μεριά, δεν έβλεπε καμιά βρομιά στο πανέμορφο, γραφικό, καθαρό ποταμάκι, Μη βρίσκοντας τρόπο ν’ ανταποκριθεί στη στάση του πατέρα της, κατέληξαν να βυθιστούν κι οι δύο στη σιωπή και πέρασαν το υπόλοιπο της διαδρομής χωρίς να κοιτάζονται.
Αργότερα η κοπέλα έκανε το ίδιο ταξίδι μόνη της και προς μεγάλη της έκπληξη είδε πως τα ρυάκια ήταν δύο – ένα σε κάθε μεριά του δρόμου. «Αυτή τη φορά οδηγούσα εγώ» , είπε λυπημένη, «και το ρυάκι που έβλεπα απ’ το παράθυρο του οδηγού ήταν ακριβώς, όπως το είχε περιγράψει ο πατέρας μου, άθλιο και μολυσμένο» Ώσπου να μάθει όμως να βλέπει τα πράγματα μέσα απ’ το παράθυρο του πατέρα της, ήταν αργά – ο πατέρας της είχε πεθάνει…


Πηγή: «Το Δώρο της Ψυχοθεραπείας» του Irvin D. Yalom. (σελ. 44). Εκδόσεις ΑΓΡΑ.

  • συναισθήματα

Τετάρτη, Νοεμβρίου 01, 2006

Είμαι άνθρωπος ειλικρινής...

I
Yo soy un hombre sincero
De donde crece la palma,
Y antes de morirme quiero
Echar mis versos del alma.

Yo vengo de todas partes,
Y hacia todas partes voy.
Arte soy entre las artes,
En los montes, monte soy...

…Todo es hermoso y constante,
Todo es musica y razon,
Y todo, como el diamante,
Antes que luz es carbon…

III
…Con los pobres de la tierra
Quiero yo mi suerte echar:
El arroyo de la sierra
Me complace más que el mar.

XXV
…¡Yo quiero, cuando me muera
Sin patria, pero sin amo,
Tener en mi losa un ramo
De flores, y una bandera!

XXXIX
Cultivo una rosa blanca
En julio como en enero,
Para el amigo sincero
Que me da su mano franca.

Y para el cruel que me arranca
El corazón con que vivo,
Cardo ni oruga cultivo;
Cultivo la rosa blanca.

I

Είμαι άνθρωπος ειλικρινής,
Από ‘κεί που οι φοίνικες αξαίνουν.
Και πριν ελθεί ο θάνατος, τα ποιήματα
που λαχταρώ απ΄ την ψυχή μου βγαίνουν.

Από τα πάντα έρχομαι
Και στο παντού πηγαίνω
Τέχνη στις τέχνες γίνομαι
Όρος στα όρη μένω.

Όλα είναι όμορφα και αφοσιωμένα,
Όλα είναι μουσικά, ορθά.
Και όπως το διαμάντι, κάρβουνο είναι
Πριν βγουν στο φως κι αυτά.

III

Με του κόσμου τους φτωχούς
Τη μοίρα μου γυρεύω.
Πιότερο από τον ωκεανό
Το ποταμάκι στο βουνό ζηλεύω.

XXV

Όταν πεθάνω, επιθυμώ,
Αντιεξουσιαστής χωρίς αφέντη,
Ο τάφος μου επάνω, ένα μπουκέτο λούλουδα
Και της πατρίδας τ’ όνομα να φέρει.

XXXIX

Το ρόδο το λευκό καλλιεργώ
Τον Ιούλη, μα και τον Γενάρη
Για το φίλο τον αληθινό
Που απ’ το χέρι θα με πάρει.

Και για τον άσπλαχνο εκείνο
Που ξεριζώνει την ζωντανή καρδιά που φέρω,
Ούτε τσουκνίδες, ούτε αγκάθια καλλιεργώ.
Το άσπρο τριαντάφυλλο προσφέρω!

Πηγή: «Versos Sencillos» por José Martí

  • Ο Χοσέ Μαρτί, εθνικός ποιητής της Κούβας, έγραψε τις «Απλές Στροφές» εξόριστος στη Νέα Υόρκη. Κάποιους στίχους αυτού του ποιήματος προσάρμοσε ο Julián Orbón για να γράψει το πιο γνωστό πατριωτικό τραγούδι της Κούβας, το «Guajira Guantanamera», τη «Χωριατοπούλα από το Guantánamo».
  • Μπορείτε να ακούσετε τον Andy Garcia να απαγγέλει στην ταινία του "The Lost City". Την μουσική επένδυση επιμελείται ο Κουβανός σαξοφωνίστας Cachao παίζοντας το τραγούδι Cuba Linda.
  • Κάντε κλικ εδώ για να ακούσετε τον Andy Garcia να απαγγέλει
  • Ακούστε επίσης την Guajira Guantanamera από τους Buena Vista Social Club και τον Compay Segundo.
  • Κάντε κλικ εδώ για να ακούσετε τον Compay Segundo

  • χαρακτήρες

Πέμπτη, Οκτωβρίου 26, 2006

Όταν ξεκινήσαμε για την Αλβανία ήταν φθινόπωρο…

«-. Όταν ξεκινήσαμε για την Αλβανία ήταν φθινόπωρο..»
Πάντα έτσι άρχιζε ο πατέρας μου αυτή τη μέρα, κάθε χρόνο, να περιγράφει με τον δικό του τρόπο πως έζησε εκείνες τις μέρες.
«-. Το πρωί, όπως πάντα, η μάνα μου ετοίμασε φαγητό να το πάω στον πατέρα που δούλευε ολονυχτίς στον νερόμυλο. Κατηφορίζοντας από το βουνό, εικοσιτριών χρονώ ήμουν τότε, άκουσα καμπάνες να βαράνε. Δεν θυμόμουνα καμιά γιορτή, φθάνοντας όμως στο κάμπο ένας χωροφύλακας, που έφθασε από το Σοπωτό με μοτοσικλέτα, μοίραζε ήδη τα φυλλάδια επιστράτευσης. Περάσαμε στα Τριπόταμα με τα πόδια – τότε δεν υπήρχε η γέφυρα – και το λεωφορείο μας πήγε στη Πάτρα. Η πόλη ήταν βομβαρδισμένη και στους δρόμους νέκρα. Το Δικαστικό Μέγαρο ήταν γεμάτο τρύπες και στους τοίχους του κολλημένα ανθρώπινα μέλη.
Μας πήγαν στην Εγλυκάδα όπου ντυθήκαμε και το βράδυ κοιμηθήκαμε μέσα στις λεμονιές ενώ το πρωί κρυβόμαστε ανάμεσα τους. Εγώ ήμουν στο πυροβολικό και αφού πήραμε διαταγή να φορτώσουμε τα κανόνια στα μουλάρια, ξεκινήσαμε. Περάσαμε νύχτα, με τα καΐκια, στο Αντίρριο και από εκεί βαδίζοντας μόνο τις νύχτες τραβήξαμε για τα σύνορα. Τα πρωινά περνούσαν αεροπλάνα από πάνω μας αλλά ήμασταν καλά κρυμμένοι. Κάποτε φθάσαμε στο Καλπάκι, αλλά είχε αρχίσει η αντεπίθεση και περάσαμε κατευθείαν στην Αλβανία. Τα μουλάρια ήταν τόσο κουρασμένα, όσο και εμείς, και εξαντλημένα από το φορτίο όπου κρεμόμασταν από τις ουρές τους να τραβήξουν και εμάς και δεν κλωτσούσαν.
Το πρώτο βράδυ στην Αλβανία το περάσαμε στο Λεσκοβίκι. Πεινασμένοι, βρώμικοι – η ψείρα είχε γίνει μόνιμος σύντροφος – μπήκαμε σ’ ένα σπίτι. Με νοήματα ζητήσαμε από μια οικογένεια Αλβανών να μας δώσουν να φάμε. Αυτοί, χειρότερα πεινασμένοι από εμάς, μας έδειξαν φοβισμένοι ότι δεν είχαν. Σηκώσαμε τα όπλα να τους τρομάξουμε. Τότε, ακουμπώντας στον γιούκο με τα ρούχα, ένοιωσα τη πλάτη μου να καίει. Μόλις είχαν βγάλει ζεστή μπομπότα και την είχαν βάλει εκεί για μην την βρουν οι εξαθλιωμένοι στρατιώτες. Κάναμε γιορτή εκείνο το βράδι.!
Την άλλη μέρα ξεκινήσαμε να υποστηρίξουμε το πεζικό για να καταλάβει τη Κορυτσά. Είμαστε από τους πρώτους που μπήκαμε. Μεγάλη χαρά παντού.
Λίγο πριν μπούμε στη πόλη είδαμε έναν Ιταλό με κομμένα τα πόδια, από οβίδα, να είναι μέχρι το λαιμό σε μία λασπωμένη λακκούβα και να φωνάζει : Aqua! Aqua! Μας πιάστηκε η ψυχή. Ήρθε το Υγειονομικό και τον πήρε. Δεν ξέρω τι απέγινε.
Έτσι περάσαμε από το Φθινόπωρο στον Χειμώνα και δεν το καταλάβαμε…»

Πέρυσι προσπάθησε να μου πει την ίδια ιστορία αλλά δεν τα κατάφερε. Μετά από λίγες μέρες πέθανε. Και εγώ δεν «ήμουν» εκεί. Τόσα χρόνια όμως, από μικρό παιδί, άκουγα την ίδια ιστορία και δεν κουράστηκα ποτέ. Περίμενα, πως και πως, να έρθει αυτή η μέρα να ξεκινήσω κι εγώ μαζί τους, όπως κάθε φθινόπωρο, για την Αλβανία.

Κυριακή, Οκτωβρίου 22, 2006

Ποίηση και Συμβουλευτική, XXV

Am Anfang war mir das Leben gut.
Es hielt mich warm, es machte mir Mut.
Daß es das allen Jungen tut,
wie konnt ich das damals wissen...

Η Ζωή, μου φέρθηκε καλά στην αρχή.
Με κρατούσε θερμή και μου έδινε κουράγιο.
Που να ‘ξερα τότε
Ότι έτσι φέρεται σε όλους τους νέους…


Πηγή: "Das Lied der Witwe" von Rainer Maria Rilke

  • Το ¨Τραγούδι της Χήρας"

Τετάρτη, Οκτωβρίου 18, 2006

Χαρακτήρες, VIII

... 'Οπου μια μέρα έλαβα ένα τηλεγράφημα: "Εύρον πρασίνην πέτραν ωραιοτάτην, ελθέ αμέσως. Ζορμπάς"
'Ηταν η εποχή που ακούγουνταν οι πρώτες μακρινές βροντές της καταιγίδας που είχε κιόλα κινήσει καταπάνω στη γης. Ο παγκόσμιος πόλεμος. Εκατομμύρια άνθρωποι έτρεμαν, θωρώντας την πείνα, τη σφαγή, την παραφροσύνη νά' ρχουνται. 'Ολοι οι δαιμόνοι του ανθρώπου είχαν ξυπνήσει και διψούσαν για αίμα.
Μέσα σε τέτοιες φαρμακερές μέρες έλαβα το τηλεγράφημα του Ζορμπά. Στην αρχή θύμωσα, ο κόσμος χάνεται, κιντυνεύει η ζωή κι η τιμή κι η ψυχή του ανθρώπου, κι ορίστε τώρα ένα τηλεγράφημα να κινήσεις, να κάμεις χίλια μίλια για να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα! Ανάθεμα είπα στην ομορφιά, γιατί 'ναι άκαρδη και δεν νοιάζεται για τον πόνο του ανθρώπου.
Μα ξαφνικά τρόμαξα, ο θυμός είχε κιόλας ξεθυμάνει κι ένιωθα με φρίκη πως η απάνθρωπη αυτή κραυγή του Ζορμπά αποκρίνουνταν σε άλλη απάνθρωπη μέσα μου κραυγή. 'Ενα άγριο όρνιο μέσα μου τίναξε τα φτερά του να φύγει. 'Ομως δεν έφυγα. δεν τόλμησα πάλι, δεν κίνησα να πάω, δεν ακολούθησα τη θεϊκιά θηριώδη μέσα μου κραυγή, δεν έκαμα μια γεναία παράλογη πράξη. Ακολούθησα την κρύα ανθρώπινη φωνή του λογικού, πήρα την πένα κι έγραψα του Ζορμπά και του εξηγούσα...
Κι' αυτός μου αποκρίθηκε: «Είσαι, και να με συμπαθάς, αφεντικό, καλαμαράς. Μπορούσες κι εσύ, κακομοίρη, μια φορά στη ζωή σου να δεις μιαν όμορφη πράσινη πέτρα και δεν την είδες. Μα το Θεό, κάθουμαι κάποτε, όταν δεν έχω δουλειά, και λέω με το νου μου: «Υπάρχει, δεν υπάρχει Κόλαση;» μα χτες που έλαβα το γράμμα σου, είπα: « Σίγουρα πρέπει να υπάρχει Κόλαση για μερικούς καλαμαράδες»...

Πηγή: "Αναφορά στον Γκρέκο" του Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, Οκτωβρίου 12, 2006

Συναισθήματα, XII

Ένα παράπονο και ένα δάκρυ
πρώτο φθινόπωρο, πρώτη βροχή
Απόψε η σκέψη μου δε βρίσκει άκρη,
απόψε λύγισε η αντοχή.

Ένα σκοτείνιασμα που με βαραίνει
πικρή ανάμνηση σαν μαχαιριά
Πρώτο φθινόπωρο που με πεθαίνει
πρώτο φθινόπωρο χωρίς χαρά

Ότι φαντάστηκα ήταν απάτη
κι αν κάτι έλπιζα έχει χαθεί
Τέτοιο φθινόπωρο χωρίς αγάπη
τέτοιο φθινόπωρο μην ξαναρθεί

Πηγή: "Πρώτο Φθινόπωρο" σε μουσική και στίχους του Βαγγέλη Κορακάκη

  • Μπορείτε να ακούσετε το τραγούδι, από τον Γεράσιμο Ανδρεάτο, κάνοντας κλικ εδώ

Παρασκευή, Οκτωβρίου 06, 2006

Ο πόνος δε μπορεί πια να τον αγγίξη, η πλάνη του κόσμου δε μπορεί να τον γελάση..

Όταν μια μέρα το νεαρό βασιλόπουλο Σιντάρτα, μας λένε οι βιογραφίες του Βούδδα, βγήκεν απ΄ το παλάτι του με το αμάξι του σ’ έναν κήπο, είδε ένα γέρο σκυφτό, που ακουμπούσε σ’ ένα ραβδί. Ρωτώντας τον αμαξά του, έμαθε πως η μοίρα του ανθρώπου αυτού, που δεν έχει παρά λίγο να ζήσει, είναι η μοίρα όλων των ανθρώπων και πως και το ίδιο το βασιλόπουλο θα καταντήσει μια μέρα σαν αυτόν.
- Γύρισε με πίσω στο παλάτι, είπε.
Και γυρνώντας στο παλάτι, άρχισε να συλλογίζεται πως η γέννηση είναι ντροπή. Μα δεν ήρθεν ακόμα η ώρα ν΄ αφήση τη χαρούμενη ζωή του παλατιού.
Άλλη μια μέρα που βγήκε με το αμάξι του στον κήπο, είδε έναν άρρωστο κατάκοιτο στη γη. Ρωτώντας τον αμαξά του, έμαθε πως αυτό είναι η μοίρα όλων των ανθρώπων. Και πρόσταξε να τον γυρίσουν πίσω. Γυρίζοντας στο παλάτι, συλλογιόταν πως, όσο υπάρχουν τα γερατειά κι η αρρώστια, η γέννηση είναι ντροπή.
Άλλη μια μέρα που βγήκε με το αμάξι στον κήπο, είδε να ετοιμάζουν την πυρά για να κάψουν έναν πεθαμένο.
Ρωτώντας τον αμαξά του, έμαθε πως αυτό θα είναι η μοίρα όλων των ανθρώπων και θα είναι κι η δική του. Και πρόσταξε να τον γυρίσουν πίσω. Γυρίζοντας στο παλάτι, συλλογιόταν πως, όσο υπάρχουν τα γερατειά, η αρρώστια κι ο θάνατος, η γέννηση είναι ντροπή.
Άλλη μια μέρα που βγήκε με το αμάξι του στον κήπο, είδε έναν άνθρωπο που δεν ήταν ντυμένος σαν τους άλλους. Ρωτώντας τον αμαξά του, έμαθε πως αυτός είναι ασκητής· πως έφυγεν απ’ το σπίτι του, πως αφιερώθηκε στη θρησκευτική ζωή, πως ζη στην ησυχία, δεν κάνει κακό σε κανένα και συμπαθεί κάθε άλλη ψυχή που ζη σ΄ αυτόν τον κόσμο. Και τότε πρόσταξε να τον γυρίσουν πίσω.
Κι αφού γύρισε στο παλάτι, έκοψε τα μαλλιά του, έβγαλε τα βασιλικά του ρούχα και φόρεσε το ράσο του καλόγερου. Και βλέποντας πως το βασιλόπουλο έγινε αναχωρητής, ογδόντα τέσσερες χιλιάδες άλλοι άνθρωποι έκοψαν τα μαλλιά τους, ξύρισαν το πρόσωπο, φόρεσαν το κίτρινο ράσο και τον ακολούθησαν, αποφασισμένοι να ζήσουν την ασκητική ζωή γυρίζοντας τον κόσμο. Και το βασιλόπουλο γύριζε τις πόλεις και τα χωριά συνοδευμένο απ΄ αυτό το πλήθος. Μα σε λίγο ο πρίγκιπας συλλογίστηκε πως πρέπει να ζήσει μόνος, έξω από το πλήθος. Τότε αποτραβήχτηκε στη μοναξιά κι οι ογδόντα τέσσερες χιλιάδες πήγαν αλλού. Κι αφού στοχάστηκε στην ερημιά του ήρθεν η σκέψη: «Αλήθεια, ο κόσμος αυτός είναι δυστυχισμένος. Ο άνθρωπος γεννιέται, γερνά, πεθαίνει και χάνεται ύστερα και κανένας δεν ξέρει τον τρόπο να ξεφύγουμε απ΄ αυτή τη θλίψη, τα γερατειά, το θάνατο. Γιατί τα γερατειά, γιατί η θλίψη, γιατί ο θάνατος;»
Τότε άρχισεν η σκέψη του, αυτή που τον οδήγησε να φτάση στην απολύτρωση και να γίνει Βούδδας. Απομονωμένος και προσηλωμένος στο πρόβλημα της ζωής και του θανάτου, βρήκε πως όλο το κακό είναι πόνος. Ο πόθος της ζωής ανανεώνει ακατάπαυτα τον πόνο. Ο πόνος είναι μέσα στη ζωή. Ο πόθος γεννά τον πόνο. Το κακό είναι παντού μέσα στη ζωή. Ο μοναδικός σκοπός του σοφού είναι να βάλη τέλος σ΄ αυτή την αδιάκοπη διαδοχή του κακού, καταστρέφοντας μέσα του τον πόθο του ζην, ως που να φτάση στη μακάρια κατάσταση της ανυπαρξίας, στη Νιρβάνα. Ο σοφός δεν πιστεύει στην πραγματικότητα του κόσμου. Το σύμπαν που βλέπουμε είναι μία πλάνη. Η άγνοια κάνει ώστε να παίρνωμε το περαστικό για το διαρκές και να αποδίδωμε στα φαινόμενα του κόσμου τούτου τη διάρκεια και την πραγματικότητα. Ό,τι γεννιέται πεθαίνει. Το σώμα μας είναι φθαρτό. Το εγώ μας σχηματίζεται όλο από φθαρτά στοιχεία, και μια φορά που είναι φθαρτό, δεν είναι δικό μας. Όποιος έγινε σοφός, θα μισήση το σώμα του, τα αισθήματα, την ιδέα, τη γνώση, όλο το φθαρτό του εγώ. Θα καταστρέψη την προσωπική του ύπαρξη. Ο θάνατος δεν είναι ικανός να καταστρέψη το εγώ μας, επειδή το εγώ αυτό, αν πεθάνωμε, θα ξαναγεννηθή πολλές φορές κι ο πόνος θα ξανάρχεται με πολλές μορφές. Το εγώ δεν καταστρέφεται παρά απ΄ τον ίδιο τον εαυτό του. Εκείνος που θα καταστρέψη το εγώ του αφανίζοντας τα πάθη του και με τη θυσία της προσωπικής του ύπαρξης, θα βυθιστή μέσα στην παγκόσμια και την αιώνια ουσία, είναι ο σοφός. Μπορεί να πη «απολυτρώθηκα». Ο πόνος δε μπορεί πια να τον αγγίξη, η πλάνη του κόσμου δε μπορεί να τον γελάση. Μπήκε στη Νιρβάνα…

Πηγή: ‘Το Βουδδικό προοίμιο’ από το βιβλίο του Ζαχαρία Παπαντωνίου «Άγιον Όρος». Βιβλιοπωλείον της Εστίας.

  • Ο Arthur Schopenhauer (1788 – 1860) με το έργο του 'Die Welt als Wille und Vorstellung' μύησε τη Δυτική Φιλοσοφία στο Βουδδισμό.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 02, 2006

Έρωτας, IV

Πηγή: «Ξυπνάς μέσα μου το κτήνος» του Αρκά

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 26, 2006

Ούτε μαζί, ούτε χώρια


Madame Odile Jouve:
Φοβάμαι ότι τα νεκρά κορμιά της Mathilde και του Bernard δεν θα ταφούν στον ίδιο τάφο. Αν έπρεπε να διαλέξω επιτάφια επιγραφή, ξέρω τι θα έγραφα.

« Ούτε μαζί, ούτε χώρια. Αλλά αμφιβάλω αν θα με ρωτήσουν»


Πηγή: Από το φινάλε της ταινίας του François Truffaut «La Femme d'à côté», που παίχθηκε το 1981, με τους Gérard Depardieu και Fanny Ardant.
  • Επιτύμβια

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 20, 2006

Ο νους μου αρμενίζει προς την απελπισία

... Αργείς˙ η ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τα βράδια, ολομόναχος, κατάμονος, στο καμαράκι που ξέρεις, και κατηγορώ τον εαυτό μου, κι όλο σκέφτομαι περί της αδυσώπητου φθοράς των αισθημάτων. Ο νους μου αρμενίζει προς την απελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλούς φίλους γύρω μου κι από τότε ζω σαν πουλί τρομαγμένο.
Σε περιμένω μέρα και νύχτα και κάθε αυγή να ξαναγυρίσεις σε καρτερώ. Με παρασύρει η καρδιά μου (εσύ, γλυκιά μου, ακόμη την κυβερνάς) σε αναπολήσεις της εξαίσιας μορφής σου, που ούτε μπορώ ούτε θέλω να ξεχάσω, και που αφότου εχάθη σε μαύρα σκοτάδια μ' έριξε. Εκείνην που κάθεται αντίκρυ μου την έχω μες στα στήθια μου. Οι σκιές των δολοφονηθέντων φίλων, και ψες τη νύχτα, όπως κάθε νύχτα, ήρθαν αργοσαλεύοντας στον ύπνο μου, και τάχα ήσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλή, μαραμένη. Ευλαβούμενος της μνήμης των περιδιαβάζω στην Οδόν Αναπαύσεως. Όταν φεύγει η αγαπημένη είναι σαν νάχει πεθάνει. Στα μάτια σου τα σημάδια της προδοσίας. Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι ένα ένδυμα ευχαριστήσεως. Κλείσε με στην καρδιά σου κι ας το ξέρουμε μόνον εμείς οι δυό...

Πηγή: "Επικήδειος λόγος" του Ηλία Πετρόπουλου

  • συναισθήματα

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 14, 2006

Έρωτας, III


Lösch mir die Augen aus: ich kann dich sehn,
wirf mir die Ohren zu: ich kann dich hören,
und ohne Füße kann ich zu dir gehn,
und ohne Mund noch kann ich dich beschwören.
Brich mir die Arme ab, ich fasse dich
mit meinem Herzen wie mit einer Hand,
halt mir das Herz zu, und mein Hirn wird schlagen,
und wirfst du in mein Hirn den Brand,
so werd ich dich auf meinem Blute tragen.

Σβήσε τα μάτια μου˙ μπορώ να σε κοιτάζω,
τ' αυτιά μου σφράγισέ τα, να σ' ακούω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σ' εσένα,
και δίχως στόμα, θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω,
σαν να ήταν χέρια, όμοια καλά, με την καρδιά.
Σταμάτησέ μου την καρδιά, και θα καρδιοχτυπώ
με το κεφάλι.
Κι αν κάμεις το κεφάλι μου σύντριμμα, στάχτη, εγώ
μέσα στο αίμα μου θα σ' έχω πάλι.

Πηγή: “Lösch mir die Augen aus…“ aus «Das Stunden-Buch - Von der Pilgerschaft» von Rainer Maria Rilke. Η μετάφραση (''Σβήσε τα μάτια μου...'') είναι του Κωστή Παλαμά και δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία (τχ. 377, 15.2.1943, σ. 193).
  • … Ο Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε µου έδωσε τις πνευματικές αισθήσεις του για να βιώνω το άγνωστο: να βλέπω πέρα από το ορατό και, για ν' ακούω, να παραβιάζω αυτή τούτη την τρομερή σιωπή των, ζωντανών όλων, πραγμάτων. Κι όλα αυτά όχι απλά µόνο γι' αυτό τούτο το κάλλος της αισθητικής ευφροσύνης, το τόσο πολύτιμο για την εσώτερη αρμονία και ισορροπία μας, παρά κυρίως για το κάλλος που παιδεύει ηθικά κι ολοκληρώνει τον άνθρωπο σ' αρετή και κατανόηση. Σε κατανόηση των πραγμάτων (όχι για τα ίδια αυτά, γιατί είναι ό,τι είναι: τελειωμένα, αυτάρκη, και δε µας έχουν ανάγκη, αλλά για τους ίδιους εμάς) και, προπαντός, του ανθρώπου για τον άνθρωπο… ('Aρης ∆ικταίος, Εκλογή από το ποιητικό έργο του Rainer Maria Rilke, Αθήναι, εκδ. Κάδµος, 1957).

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 09, 2006

Το πιο σημαντικό στοιχείο της φιλοσοφίας είναι τα θεμελιώδη συστατικά της ανθρώπινης ζωής

…Personalmente ritengo che la cosa importante della filosofia siano le sue domande. Si tratta di domande assolute, domande che non si fermano davanti ai limiti strumentali, come le altre. Se le domande abituali pongono il problema di come si fa una tal cosa, e quindi hanno un fine utilitario immediato, le questioni filosofiche sono invece di senso assoluto così che rispondendo loro in un senso o in un altro non si risolverà nulla. Si tratta, infatti, di interrogativi che nascono con l'uomo, con la vita, e sono per certi versi molto simili a quelle che a volte fanno gli ubriachi alle quattro del mattino nei bar, o a quelle che fanno i bambini piccoli. Domande basilari, dunque, globali, come "a che cosa serve tutto quello che c'è?", "Perché siamo qui?", "Perché siamo in questo mondo?"Ovviamente non ci si può aspettare di raggiungere delle risposte definite a simili domande, sebbene anche le risposte filosofiche siano molto importanti. Esiste infatti un'immensa tradizione, rilevantissima, di risposte filosofiche, molte delle quali sono servite per formulare le domande ogni volta in modo più preciso. Ma il dato caratteristico delle risposte filosofiche è che non bloccano completamente la domanda, non la coprono, non la chiudono totalmente, ma lasciano sempre un qualcosa di aperto. Tant'è vero che le stesse domande tornano a prodursi.Le domande della filosofia, infatti, non sono mai bloccate del tutto, come possono essere quelle che pone la scienza. Se, per esempio, si domanda ad uno scienziato a che temperatura l'acqua vada in ebollizione, questi darà una risposta esaustiva, risolutiva, che bloccherà la domanda, e dunque non ci sarà bisogno di riformularla. Viceversa, le domande filosofiche possono riproporsi in continuazione, possono essere ripetute, poiché sono sempre aperte. Le risposte filosofiche, infatti, s’innestano nel corpo stesso della domanda, la mantengono e la conservano aperta. Questa apertura assoluta della domanda filosofica è il dato caratteristico, l'elemento importante dell'impostazione della filosofia rispetto alla scienza e rispetto a qualunque altro tipo di pensiero strumentale…

…Partendo da questo punto di vista, ritengo che siano due gli attributi importanti della ragione filosofica. Il primo è senza dubbio lo scetticismo: chi crede a tutto quello che è stabilito, a tutto quello che le ideologie imposte gli comunicano, non può essere filosofo, non può sviluppare in sé l'"inquietudine" filosofica. Il ricercare, il mettere in questione, tuttavia non va confuso con l'affermare sistematicamente il contrario di quanto è stabilito o di quanto viene detto: la persona che a tutto ciò che le viene comunicato risponde di non crederci si comporta in una maniera altrettanto automatica di quella che crede a tutto. Lo scettico, infatti, sospende la sua credenza, mette fra parentesi la sua fede, dubita delle cose, cerca di girarle in modo da percepire un'alternativa ragionevole, di vedere se da un'altra prospettiva le questioni gli appaiano più solide o più interessanti. Io credo, dunque, che lo scetticismo sia il punto fondamentale a partire dal quale si comincia a filosofare. A tal proposito si racconta che le ultime parole di Diderot moribondo furono che lo scetticismo è l'inizio di ogni filosofia; personalmente ritengo che queste parole possono servire da motto per qualsiasi riflessione filosofica.Il secondo attributo della ragione filosofica è l'immaginazione. Senza immaginazione infatti non può esserci filosofia. Ma l'immaginazione non va confusa con la fantasia, col capriccio, con quella sorta di costante ricerca di qualcos'altro che non sia la realtà, con quelle mentalità infantili sempre avide di soprannaturale o di tutto quello che è opposto o diverso dalla realtà che si conosce. Le persone che hanno un atteggiamento del genere, al contrario, sono prive di immaginazione, in quanto questa non consiste nel cercare una realtà alternativa, bensì nell'esplorare le possibilità della realtà data. La persona che ha immaginazione non vuole qualcosa di alternativo al reale, ma vuole conoscere, approfondire tutte le possibilità della realtà, senza trasgredirle, esplorandone le qualità senza cercare ciò che sta al di là.La filosofia, dunque, ha bisogno di scetticismo per rompere con quello che si dà per scontato, e di immaginazione per esplorare tutte le possibilità della realtà, fino a quelle che sembrano le più sconcertanti o le più contrarie al senso comune…

… Ma la cosa importante della filosofia è questo elemento fondamentale della vita umana fatta di nascita, amore, sforzo e coscienza della morte. E la filosofia non deve temere di essere banale; quello che deve temere è di essere pedante, di essere preoccupata esclusivamente di dire qualcosa di altisonante, o di citare qualche opera ignota. Al contrario, il ritornare alle cose elementari, il ripetere la voce di quel che è semplice, il ripetere i timori o le paure basilari dell'essere umano non è un problema filosofico, ma, addirittura, una virtù filosofica…


… Για μένα το σημαντικότερο στοιχείο της φιλοσοφίας είναι τα ερωτήματά της. Πρόκειται για ερωτήματα που δεν οριοθετούνται από τα επιστημονικά εργαλεία, όπως τα άλλα ερωτήματα. Αν τα συνήθη ερωτήματα θέτουν το πρόβλημα τού πώς να κάνουμε κάτι και επομένως χρησιμεύουν σε κάτι συγκεκριμένο, τα φιλοσοφικά ερωτήματα είναι κατά βάθος διλήμματα, έτσι ακόμα κι όταν τα απαντήσουμε δεν θα επιλύσουμε τίποτα. Πρόκειται στην ουσία για ερωτήματα που γεννιούνται με τον άνθρωπο, με τη ζωή και από ορισμένες απόψεις μοιάζουν πολύ με εκείνα που μερικές φορές θέτουν οι μεθυσμένοι τα χαράματα στα μπαρ ή με εκείνα που θέτουν τα μικρά παιδιά. Ερωτήματα ουσιώδη, γενικά, όπως π.χ. «Σε τι χρησιμεύουν όλα όσα υπάρχουν;», «Γιατί είμαστε εδώ;», «Γιατί είμαστε σε αυτό τον κόσμο;». Προφανώς δεν μπορούμε να περιμένουμε ότι θα πετύχουμε οριστικές απαντήσεις σε παρόμοια ερωτήματα, αν και οι φιλοσοφικές απαντήσεις είναι πολύ σημαντικές. Υπάρχει πράγματι μια πελώρια παράδοση, πάρα πολύ σημαντική, φιλοσοφικών απαντήσεων, πολλές από τις οποίες χρησίμευσαν για να αναδιατυπώνονται τα ερωτήματα με τρόπο κάθε φορά περισσότερο σαφή.Το χαρακτηριστικό γνώρισμα, όμως, των φιλοσοφικών απαντήσεων είναι ότι δεν περιορίζουν το ερώτημα, δεν το καλύπτουν, δεν το κλείνουν ολικά, αλλά αφήνουν πάντοτε κάτι ανοικτό. Αν, φέρ’ ειπείν, ρωτήσουμε έναν επιστήμονα σε ποια θερμοκρασία βράζει το νερό, αυτός θα μας δώσει μιαν εξαντλητική, οριστική απάντηση που θα κλείσει το ερώτημα και επομένως δεν θα υπάρχει ανάγκη να το αναδιατυπώσουμε. Αντίθετα, τα φιλοσοφικά ερωτήματα μπορούν να επαναλαμβάνονται, επειδή είναι πάντοτε ανοιχτά. Οι φιλοσοφικές απαντήσεις πράγματι ενσωματώνονται στον ίδιο το ερώτημα, το κρατούν και το διατηρούν ανοιχτό. Αυτό το απόλυτο άνοιγμα του φιλοσοφικού ερωτήματος είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα, το σημαντικό στοιχείο της τοποθέτησης της φιλοσοφίας σε σχέση με την επιστήμη και με οποιονδήποτε άλλο τύπο επιστημονικής σκέψης…

… δύο είναι τα σημαντικά χαρακτηριστικά του φιλοσοφικού λόγου.Το πρώτο είναι χωρίς αμφιβολία ο σκεπτικισμός. Όποιος πιστεύει σε όλα όσα είναι καθιερωμένα, σε όλα όσα του διοχετεύουν οι εδραιωμένες ιδεολογίες, δεν μπορεί να είναι φιλόσοφος, δεν μπορεί να αναπτύξει μέσα του τη φιλοσοφική «ανησυχία». Η αναζήτηση, η διερεύνηση, δεν πρέπει ωστόσο να συγχέεται με το να υποστηρίζουμε συστηματικά το αντίθετο από όσα είναι καθιερωμένα ή από όσα λέγονται. Το πρόσωπο το οποίο σε όλα αυτά που του λένε απαντάει ότι δεν τα πιστεύει, συμπεριφέρεται κατά τον ίδιο τρόπο με εκείνον που τα πιστεύει όλα. Ο σκεπτικιστής, πράγματι, καταπνίγει την πεποίθησή του, βάζει σε παρένθεση την πίστη του, αμφιβάλλει για τα πράγματα, προσπαθεί να τα αναμοχλεύσει έτσι ώστε να συλλάβει μια λογική εναλλακτική δυνατότητα, να δει αν από μιαν άλλη οπτική γωνία τα πράγματα του φαίνονται πιο στέρεα ή πιο ενδιαφέροντα. Νομίζω λοιπόν ότι ο σκεπτικισμός είναι το θεμελιώδες σημείο με αφετηρία το οποίο αρχίζουμε να φιλοσοφούμε.Το δεύτερο στοιχείο του φιλοσοφικού λόγου είναι η φαντασία. Χωρίς φαντασία δεν μπορεί να υπάρξει φιλοσοφία. Αλλά η φαντασία δεν πρέπει να συγχέεται με την εκκεντρικότητα, με την παραξενιά, με εκείνο το είδος συνεχούς αναζήτησης για κάτι δεν είναι πραγματικό, με εκείνες τις παιδιάστικες νοοτροπίες που διψούν πάντοτε για το υπερφυσικό ή για όλα εκείνα που είναι αντίθετα ή διαφορετικά από την πραγματικότητα που γνωρίζουμε. Τα πρόσωπα που έχουν μια τέτοια στάση στερούνται φαντασίας, γιατί αναζητούν μια εναλλακτική πραγματικότητα, και δεν εξερευνούν τις δυνατότητες της υπάρχουσας πραγματικότητας.Η φιλοσοφία επομένως έχει ανάγκη το σκεπτικισμό για να έρχεται σε ρήξη με ότι θεωρείται ως δεδομένο και τη φαντασία για να εξερευνά όλες τις δυνατότητες της πραγματικότητας, ακόμη και εκείνες που φαίνονται οι πιο ανατρεπτικές ή ασύμβατες με τον κοινό νου…

… Το πιο σημαντικό στοιχείο της φιλοσοφίας είναι τα θεμελιώδη συστατικά της ανθρώπινης ζωής˙ η γέννηση, η αγάπη, η ασκητική και η συνείδηση του θανάτου.

Η φιλοσοφία δεν πρέπει να φοβάται μήπως γίνει κοινότοπη. Εκείνο που πρέπει να φοβάται είναι μήπως γίνει σχολαστική, μήπως ενδιαφέρεται μονάχα να πει κάτι πομπώδες ή να σχολιάσει ανούσια κάποιο άγνωστο έργο. Αντίθετα, η επιστροφή στα βασικά πράγματα, η επανάληψη αυτού που είναι απλό, η επανάληψη των θεμελιωδών αγωνιών ή φόβων της ανθρώπινης ύπαρξης δεν είναι ένα πρόβλημα για τη φιλοσοφία, αλλά είναι μάλλον η αρετή της...

Πηγή: Συνέντευξη του Ισπανού φιλόσοφου Fernando Fernández-Savater Martín στην εκπαιδευτική ιταλική τηλεόραση RAI, στις 27 Μαϊου 2000

  • φιλοσοφία

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 05, 2006

Το πρόσωπο στο καβαλέτο. Από την causa pigmenti…

… στη causa existendi.

Η αυτοπροσωπογραφία εμφανίζεται σαν νέο ζωγραφικό είδος στην Αναγέννηση και ο Albrecht Dürer (1471 – 1528) για πρώτη φορά απεικονίζει το μελαγχολικό πρόσωπο του καλλιτέχνη. Μετά τις επιδράσεις της natura naturans του Baruch Spinoζa (1632 – 1670) και τον φιλοσοφικό rationalism του René Descartes (1596-1650), ο Diego Velázquez (1599 – 1660) δείχνει με ντροπαλότητα το δικό του πρόσωπο μέσα από την παραμόρφωση του καθρέφτη. Ο Michelangelo da Caravaggio (1573 – 1610) και η Artemisia Gentileschi (1593 – 1652) ελεύθεροι από συμβάσεις, ξεδιάντροποι ίσως, ζωγραφίζουν τον ασυγκράτητο ναρκισσισμό τους και ο Vincent van Gogh (1853 – 1890) χρωματίζει με παροξυσμό την ψυχική ένταση του δικού του προσώπου. Ο Egon Schiele (1890-1918), με τα διπλά πορτρέτα του, ζωγραφίζει τον διχασμένο εαυτό και ο Francis Bacon (1909 – 1992) το διασπασμένο πρόσωπο.

Μόνον ο Rembrandt van Rijn (1606 – 1669), όμως, μας προσφέρει τη δυνατότητα να ανακαλύψουμε τον άνθρωπο εκ των έσω, να γνωρίσουμε το υποσυνείδητό του μέσα από το πρόσωπο. Με αφετηρία τον ίδιο του τον εαυτό, αναπτύσσει μια διεργασία αναζήτησης της εσωτερικότητας στον άνθρωπο. Τόσο στις ατομικές προσωπογραφίες του, όσο και στις ομαδικές, ανακαλύπτει αλήθειες, διευρύνοντας το όραμα του ανθρώπου. Αυτή ακριβώς η ευάλωτη ανθρώπινη φύση είναι η ουσία, η πνευματική αλήθεια των προσωπογραφιών του.
Το σταθερό σε όλα είναι η ανθρωπιά. Αυτή είναι που τραβά τα μάτια, στα χοντρά χέρια του Αγίου Ιακώβου, στο χαρακωμένο, μακρύ πρόσωπο του Σίμωνα που με την έκφραση του ξυλοκόπου κοιτάζει το ξύλο του Σταυρού που θα μαρτυρήσει ή στα θλιμμένα μάτια του ανθρωπάκου με το κόκκινο μουστάκι και τη γενειάδα που κάποτε αποκαλούνταν «O Εβραίος Ραβίνος». Το δώρο του Ρέμπραντ είναι ότι σε αυτά τα πρόσωπα δείχνει όλα τα πρόσωπα.

Δείτε αυτή την εικόνα


Δείχνει τον ζωγράφο σε προχωρημένη ηλικία. Το πρόσωπο του δεν ήταν ωραίο και ο Ρέμπραντ δεν θέλησε ποτέ να κρύψει τη ασκήμια του. Μελετούσε το πρόσωπο του στον καθρέφτη με απόλυτη ειλικρίνεια. Χάρις σ’ αυτή την ειλικρίνεια σε λίγο παύουμε ν’ αναζητάμε την ομορφιά. Έχουμε μπροστά μας το πρόσωπο ενός πραγματικού ανθρώπου. Η εντύπωση μας είναι ότι γνωρίζουμε αυτόν τον άνθρωπο. Υπάρχουν προσωπογραφίες μεγάλων ζωγράφων που είναι αλησμόνητες για τον τρόπο με το οποίο συνοψίζουν το χαρακτήρα και το ρόλο ενός προσώπου. Ακόμη όμως και οι πιο μεγάλες απ’ αυτές μας θυμίζουν ήρωες μυθιστορημάτων ή ηθοποιούς στη σκηνή. Είναι πειστικά και εντυπωσιακά πορτρέτα, διαισθανόμαστε όμως πως δεν μπορεί να παρουσιάζουν παρά μόνον μια πλευρά ενός περίπλοκου ανθρώπου. Ακόμα και η Μόνα Λίζα δεν είναι δυνατόν να χαμογελούσε διαρκώς. Στις μεγάλες όμως προσωπογραφίες του Ρέμπραντ νοιώθουμε πως έχουμε μπροστά μας πραγματικούς ανθρώπους, νοιώθουμε τη ζεστασιά τους, την ανάγκη τους για κατανόηση και μαζί τη μοναξιά και τον πόνο τους. Εκείνη η οξεία και σταθερή ματιά, που ξέρουμε τόσο καλά από τις αυτοπροσωπογραφίες του Ρέμπραντ, φθάνει ως τα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς.

Όπως ο Σαίξπηρ, μπορούσε να μπει στο πετσί κάθε λογής ανθρώπων και να ξέρει πως θα φέρονταν σε οποιαδήποτε περίπτωση. Είχε το χάρισμα να απεικονίζει αυτό που ο Σωκράτης, γλύπτης και αυτός μαθητής του Φειδία, αποκαλούσε «λειτουργία ψυχής». Γι’ αυτό μέσα από τις προσωπογραφίες του εξακολουθεί να παραδίδει μαθήματα αυτοσυνειδησίας στον σύγχρονο άνθρωπο.

Πηγή: Ανοικτή Γραμμή

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 01, 2006

Κυνήγησαν το όνειρο

... Αυτά τα παιδιά εκτός από θαυμάσιοι παίκτες είναι και θαυμάσιοι χαρακτήρες. Κυνήγησαν το όνειρο και το 'πιασαν..

Πηγή: Συνέντευξη του Παναγιώτη Γιαννάκη, πριν απο λίγο, στη Δημόσια Τηλεόραση

  • χαρακτήρες

Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006

Χαρακτήρες, VI

Heroes. Victims. Gods and human beings.
All throwing shapes, every one of them
Convinced he's in the right, all of them glad
To repeat themselves and their every last mistake,
No matter what.

People so deep into
Their own self-pity self-pity buoys them up.
People so staunch and true, they're fixated,
Shining with self-regard like polished stones.

And their whole life spent admiring themselves
For their own long-suffering.
Licking their wounds
And flashing them around like decorations (pp. 1-2).
...
Human beings suffer,
they torture one another,
they get hurt and get hard.
No poem or play or songcan fully right a wrong
inflicted or endured.


History says, Don't hope
on this side of the grave.
But then, once in a lifetime
the longed for tidal wave
of justice can rise up,
and hope and history rhyme (p.77).


Ήρωες και θύματα συνάμα. Θεοί ίδιοι με ανθρώπινα πλάσματα.
Παραδαρμένες φιγούρες και ο καθένας να πιστεύει ότι το δίκιο με το μέρος του έχει.
Και να χαίρονται μηρυκάζοντας τον εαυτό τους,
και κάθε τελευταίο λάθος τους να επαναλαμβάνουν.
Χωρίς να δίνουν δεκάρα γι’ αυτό.

Πλάσματα τόσο βυθισμένα στη μιζέρια τους
που η αυτολύπηση τους καθηλώνει.
Όντα απόλυτα στις εμμονές τους,
ματαιόδοξα σαν καλογυαλισμένες πέτρες.

Που ξόδεψαν όλη τους τη ζωή καμαρώνοντας
για τα πάθη τους και
γλείφοντας τις πληγές τους,
που τις περιφέρουν σαν παράσημα.
...
Οι άνθρωποι υποφέρουν.
Βασανίζουν ο ένας τον άλλο.
Πληγώνουν και πληγώνονται.
Κανένα ποίημα, κανένα θεατρικό έργο, μήτε τραγούδι
δεν μπορεί να διορθώσει ένα λάθος πού έγινε κάποτε,
και με τα χρόνια κατάντησε αθεράπευτη πληγή.


Η Ιστορία λέει: μην ελπίζεις
απ' την εδώ μεριά του τάφου.
Από την άλλη όμως,
στη διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής,
πάντα υπάρχει περίπτωση να σηκωθεί
μία ευλογημένη τρικυμία δικαιοσύνης.
Τότε η ελπίδα και η Ιστορία ομοιοκαταληκτούν.


Πηγή: «The Cure at Troy: A Version of Sophocles' Philoctetes» by Seamus Heaney.

  • Ο Σήμους Χήνυ, Ιρλανδός ποιητής που πήρε το Nobel Λογοτεχνίας το 1995, μας έδωσε το 1990 μια άλλη εκδοχή για την τραγωδία του Σοφοκλή «Φιλοκτήτης»

  • Ο Φιλοκτήτης, γιος του Ποίαντα και της Μεθώνης, εξεστράτευσε κατά της Τροίας μαζί με τους άλλους Έλληνες, επικεφαλής επτά πλοίων με Θεσσαλούς πολεμιστές. Ενώ ο στόλος των Ελλήνων έπλεε για την Τροία αποφασίστηκε ν' αγκυροβολήσουν στη Λήμνο για να επισκεφτούν το ιερό της Αθηνάς. Εκεί ο Φιλοκτήτης, σπρωγμένος από την Ήρα, που ήθελε να τον εκδικηθεί, γιατί είχε βοηθήσει τον νόθο γιο του συζύγού της Δία, Ηρακλή, πλησίασε τόσο κοντά στον ιερό χώρο που του επιτέθηκε μια ύδρα, φύλακας του ιερού. Το φοβερό δηλητηριώδες ερπετό τον δάγκωσε στο πόδι. Η αθεράπευτη πληγή έβγαζε τέτοια δυσωδία, οι κραυγές του από τον πόνο και οι κατάρες του τάραζαν τόσο τον στρατό, που οι σύντροφοί του δεν δίστασαν, με την προτροπή του Οδυσσέα και των Ατρειδών να τον εγκαταλείψουν στο νησί. Έτσι καταφαίνεται, χωρίς αμφιβολία, και η ευθύνη του Φιλοκτήτη για το γεγονός της εγκατάλειψης. Κανείς από του συντρόφους του δεν τον άντεχε πλέον.
    Δέκα ολόκληρα χρόνια, όσο κράτησε ο Τρωικός πόλεμος, ο Φιλοκτήτης υπέμεινε στο νησί άθλια ζωή, μόνος κι έρημος, με την πληγή πάντα να τον βασανίζει. Θα ερχόταν όμως η μέρα που οι Έλληνες θα θυμούνταν τον Φιλοκτήτη. Πράγματι, δίνεται χρησμός πως το Ίλιον δεν θα πέσει, αν δεν βοηθήσει το ανίκητο τόξο του Ηρακλή, το οποίο ο ημίθεος πεθαίνοντας είχε χαρίσει στον Φιλοκτήτη, τον μόνο άνθρωπο που διέθετε τέχνη και δύναμη αρκετή να το τανύσει. Στέλνουν λοιπόν οι Έλληνες τον Οδυσσέα και τον Νεοπτόλεμο, στη Λήμνο να πάρουν από τον Φιλοκτήτη το ηράκλειο τόξο και τα βέλη του. Εκείνος όμως αρνείται να τα δώσει, δεν θέλει να συμφιλιωθεί με τους ανθρώπους που άλλοτε του έδειξαν τόση σκληρότητα. Τέλος, με την παρέμβαση του θεοποιημένου Ηρακλή, πείθεται να τους ακολουθήσει στην Τροία και να τους βοηθήσει στη νικηφόρο εξέλιξη του πολέμου.

  • Ο χώρος που διαδραματίζεται ο Φιλοκτήτης του Σοφοκλή είναι η «άστιπτος ουδ΄ οικουμένη» Λήμνος. Η «δίστομος πέτρα» αποτελεί τον χώρο του άρρωστου, εγκαταλελειμμένου ήρωα. Η αφιλόξενη ακτή του ακατοίκητου νησιού είναι ο ζωτικός χώρος του. Χώρος όχι τυχαίος, αλλά επιλεγμένος από τους πατριώτες του ως χώρος εγκατάλειψης και μαρτυρίου. Κρανίου τόπος η Λήμνος, είναι ο επί σειράς ετών Γολγοθάς του Φιλοκτήτη. Τόπος επιλεγμένος από τους ανθρώπους αλλά και τους θεούς. Εκεί ο Φιλοκτήτης καλείται να ζήσει την οδύνη και να μυηθεί στον πόνο για να εξιλεωθεί από την προσωπική του ύβρη αλλά και για να γίνει το άξιο σκεύος που οι θεοί επέλεξαν για να οδηγήσει τους Έλληνες στην εκπόρθηση της Τροίας. Ο Φιλοκτήτης, ο άνθρωπος που λύτρωσε έναν ημίθεο από τους αφόρητους πόνους, ανάβοντας του την πυρά και βοηθώντας τον να φτάσει στον Ολύμπιο πατέρα του, βρίσκεται άθλιος και παρατημένος σε μια σπηλιά της Λήμνου. Η ανταμοιβή του για τη λύτρωση του Ηρακλή δεν είναι μια ζωή ευδαιμονίας αλλά μια πυορροούσα πληγή και αφόρητοι πόνοι. Η προσωπική του ύβρις, η ασέβεια του, το πάτημα σε ιερό απαραβίαστο χώρο, έγινε η αφορμή για την δυστυχία του. Γρανάζι στο θεϊκό σχέδιο ο Φιλοκτήτης, επιλέγεται για την εκπλήρωση του Νόμου που θέλει την κατάληψη του Ιλίου από τα όπλα του Ηρακλή που ως αντίδωρο χάρισε ο ημίθεος στον σωτήρα του. Δεν είναι πρώτη φορά που μας δίνεται η εντύπωση ότι ο τραγικός ήρωας βασανίζεται άνισα σε σχέση με το παράπτωμά του. Σαν να ωθείται στην ύβρη από κάποια νομοτέλεια που τον χρειάζεται για να οδηγηθεί στην πραγμάτωση της. Πιόνι στα χέρια ενός Νόμου απρόσιτου στην ανθρώπινη νόηση, ο τραγικός ήρωας οδεύει προς τη μοίρα του, εκπληρώνοντας ένα πεπρωμένο προσχεδιασμένο, συνδεόμενο όχι μόνο με την ατομική του ζωή αλλά μέσω αόρατων νημάτων με το μέλλον και το πεπρωμένο μιας οικογένειας, μιας φυλής, ή ενός κράτους. Έτσι γίνεται και στην περίπτωση του Φιλοκτήτη. Χρόνια ολόκληρα παρατημένος, απομονωμένος και άρρωστος στη Λήμνο, καλείται μέσω χρησμού να εκπληρώσει το Θεϊκό Σχέδιο που θέλει την κατάληψη της πόλης του Δαρδάνου. Ο Φιλοκτήτης, ο πάσχων ήρωας κρατάει στα χέρια του την τύχη των Ελλήνων και ως παράκλητος καλείται να σώσει αυτούς που τον πρόδωσαν. Μαζί του, γρανάζια στην ίδια αλυσίδα του Σχεδίου, δύο ακόμη πρόσωπα: ο Οδυσσέας και ο γιος του Αχιλλέα, ο Νεοπτόλεμος. Ο Οδυσσέας, ιδανικός χειριστής των τεχνασμάτων, του λόγου και της πειθούς. Ιδανικός ακόμα, γιατί απέχει από ενδοιασμούς και συγκινησιακές φορτίσεις. Ορθολογιστής, πειθαρχημένος στις απαιτήσεις του καθήκοντος, δεν ακροβατεί στη φαντασία ούτε παγιδεύεται από τη συγκίνηση και τον οίκτο. Δίνει στη λέξη «ηθική» μια άλλη, διαφορετική σημασία. Γι αυτόν ο όρος θα μπορούσε να σημαίνει: ηθικό = σκόπιμο. Σε ανθρώπινο επίπεδο σκληρός, αντιπαθητικός, δολοπλόκος. Στο επίπεδο του Μύθου όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αν ο Φιλοκτήτης έχει επιλεγεί για το ρόλο του πάσχοντος ήρωα, το ρόλο του «παρακλήτου», του εκλεκτού που πρέπει να θητεύσει στον πόνο προκειμένου να οδηγηθεί η προφητεία στην εκπλήρωσή της, ο Οδυσσέας έχει επιλεγεί για το ρόλο του ανθρώπου που προτάσσει το Σκοπό και το συνολικό όραμα. Η στάση του αυτή, προϋποθέτει την αποδοχή ενός διαφορετικού ηθικού κώδικα. Μιας άλλης δεοντολογίας, η οποία πολύ απέχει από τον αρχαίο κώδικα τιμής και ανδρείας. Η Θέληση των θεών δεν ανταποκρίνεται συχνά στον ηθικό κώδικα των ανθρώπων. Οι θεοί κρίνουν και αποφασίζουν έχοντας μέτρα και σταθμά ακατανόητα τόσο για την ανθρώπινη νόηση όσο και για την ανθρώπινη ηθική. Το Σχέδιο τους μπορεί κάλλιστα να προϋποθέτει και να στηρίζεται στη συντριβή κάποιων ανθρώπων, ακόμα κι αν αυτοί είναι ενάρετοι. Μη ανταποκρινόμενος ο Οδυσσέας στην κοινή ανθρώπινη ηθική, που στηρίζεται στην συμπόνια του συνανθρώπου και την εντιμότητα των μέσων που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ενός σκοπού, γίνεται ο βασικότερος μοχλός για την απρόσκοπτη πορεία και διευθέτηση των θεϊκών Σχεδίων. Ο Οδυσσέας ακολουθεί οδό ευθεία και σύντομη γιατί δεν παλινδρομεί εξ αιτίας συναισθημάτων και αμφιβολιών κάτι που ο πάσχων ήρωας δικαιολογημένα κάνει. ΄Ο,τι ο Φιλοκτήτης πρέπει να κάνει, γίνεται μετά από πολύ προσπάθεια, και μετά από την επέμβαση του υπερφυσικού στοιχείου, του Ηρακλή, που χωρίς την παρουσία του στο τέλος του έργου, το Σχέδιο θα κινδύνευε να μην πραγματωθεί. Ό,τι ο Οδυσσέας πρέπει να κάνει το κάνει από μόνος του. Ανάμεσα στα δύο ήθη των ενηλίκων ηρώων του έργου, ο Νεοπτόλεμος καλείται να πράξει. Γιος ήρωα, του αρίστου των Ελλήνων, οφείλει να επιλέξει ανάμεσα στη συμπόνια και το δημόσιο συμφέρον, στο κοινό όραμα της κατάκτησης και την ανθρωπιά. Η δυσκολία της απόφασης τον κάνει να συνειδητοποιήσει μια μεγάλη αλήθεια: ότι ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος, αλλά αναγκασμένος να επιλέξει, και ότι η δυνατότητα αυτής της επιλογής του, αποτελεί συχνά την ηθική συντριβή του. Ο Νεοπτόλεμος μεριμνώντας για το συνολικό καλό, πρέπει να αγνοήσει τον ατομικό πόνο. Μέσα από τα οριακά διλήμματα, ο Νεοπτόλεμος οφείλει να πράξει, δηλαδή να επιλέξει κι αυτή η αναπόφευκτη ανάγκη, είναι η δοκιμασία για την ενηλικίωση του. Η συνειδησιακή του πάλη είναι η μύησή του. (Το σχόλιο είναι της Εύας Σαραγά).

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006

... με μίσος αλλάζανε βλέμματα κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν ...

Sie liebten sich beide, doch keiner
Wollt es dem andern gestehn;
Sie sahen sich an so feindlich,
Und wollten vor Liebe vergehn.

Sie trennten sich endlich und sahn sich
Nur noch zuweilen im Traum;
Sie waren längst gestorben,
Und wußten es selber kaum.

Αγάπαγαν ο ένας τον άλλον
μα δίχως γι'αυτό να μιλήσουν
με μίσος αλλάζανε βλέμματα
κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν

Εχώρησαν, έπειτα φύγαν
μες στ'όνειρο μόνο ειδωθήκαν.
Πεθάνανε πια και δεν μάθαν:
εμίσησαν ή αγαπηθήκαν;

Πηγή: "Sie liebten sich beide" von Heinrich Heine. Η μετάφραση είναι του Κώστα Καριωτάκη.

  • Φέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Γερμανού ποιητή και στοχαστή Heinrich Heine... Ο ποιητής Χάινε δεν εγκλωβίζεται στον συναισθηματισμό του ατόμου Χάινε. Υπερνικά την ατομική όψη των συναισθημάτων του και εκφράζεται οικουμενικά. Μιλάει για τον καθένα μας που είναι ερωτευμένος και αναζητεί την απόλυτη έκφραση της ψυχής του. Ο λυρισμός του πηγάζει από την ατομική ψυχή, αλλά τελικά εκφράζει την οικουμενικότητα του έρωτα, την καθολικότητα του πάθους. Η σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και τον άνθρωπο αποτέλεσε το θεμελιώδες γραμματολογικό θέμα της ποιήσεως στον Χάινε. .. (Τα σχόλια είναι του Θ. Γεωργίου).
  • Μπορείτε να συγκρίνετε αυτό το ποίημα με το λαϊκό τραγούδι του Ακη Πάνου "Μίσος".
  • Η Clara Schumann έχει μελοποιήσει αυτό το ποίημα (Sie liebten sich beide, Op.13 No.2 ). Κάντε κλικ εδώ για να το ακούσετε.
  • αγάπη

Σάββατο, Αυγούστου 19, 2006

Ποίηση και Συμβουλευτική, XXIV

Georg Talbot.

Dir war das Unglück eine stenge Schule.
Nicht seine Freudenseite kehrte dir
Das Leben zu. Du sahest keinen Thron
Von ferne, nur das Grab zu deinen Füßen.
Zu Woodstock war's und in des Towers Nacht,
Wo dich der gnäd'ge Vater dieses Landes
Zur ersten Pflicht durch Trübsal auferzog.
Dort suchte dich der Schmeichler nicht. Früh lernte,
Vom eiteln Weltgeräusche nicht zerstreut,
Dein Geist sich sammeln, denkend in sich gehn
Und diesen Lebens wahre Güter schätzen.
- Die Arme rettete kein Gott. Ein zartes Kind
Ward sich verpflanzt nach Frankreich, an den Hof
Des Leichtsinns, der gedankenlosen Freude.
Dort in der Feste ew'ger Trunkenheit
Vernahm sie nie der Wahrheit ernste Stimme.
Geblendet ward sie von der Laster Glanz
Und fortgeführt vom Strome des Verderbens.
Ihr ward der Schönheit eitles Gut zuteil,
Sie überstrahlte blühen alle Weiber,
Und durch Gestalt nicht minder als Geburt - -

Georg Talbot.

Σκολειό αυστηρό για σένα (Elisabeth) η δυστυχία
στάθηκε. Τη χαρούμενη της όψη
δε σού ‘δειξε η ζωή, κανένα θρόνο
μακριάθε εσύ δεν είδες, μόνο μπρος σου
τον τάφο. Αυτής της χώρας ο πατέρας
στο Γούντστοκ, μες στου Πύργου το σκοτάδι,
σ’ ανάθρεψε σκληρά για το καθήκον.
Δε ζύγων’ εκεί κόλακας. Ο νους σου,
ατάραχος από τη μάταιη τύρβη,
συνήθισε να κλειέται στον εαυτό του
με περισυλλογή, στου κόσμου ετούτου
τ’ αληθινά αγαθά να βρίσκει αξία.
Η μαύρη αυτή (Maria Stuart) δεν είχε θεό σωτήρα.
Την πήραν στη Γαλλία μικρούλα ακόμα,
στο ξέγνοιαστο, αλαφρόμυαλο παλάτι,
κι εκεί, μες των γιορτάδων το μεθήσι,
ποτέ της δεν της μίλησε η Αλήθεια.
Της αμαρτίας τη θάμπωσε η γυαλάδα,
της διαφθοράς την τράβηξε το ρέμα.
Με τ΄ αγαθό το μάταιο προικισμένη
της ομορφιάς, πιο πάνω απ’ τις γυναίκες
λουλούδιζε όλες κι έλαμπε, και τόσοη καλλονή της όσο κι η γενιά της - -


Πηγή: Zweiter Aufzug, Dritter Auftritt aus “Maria Stuart” von Friedrich Schiller. Trauerspiel in fünf Aufzügen.

Τρίτη, Αυγούστου 15, 2006

Λένε ακόμα αγάπη τον έρωτα, λένε έρωτα το "σε θέλω"...

…Η νιότη πονάει. Η νιότη πονάει πολύ. Γνωρίζει τόσο λίγα και θέλει τόσο πολλά. Φοβερά και πολλά. Θέλει την αγάπη. Μπορεί να ήταν κι οι δυο τους καλοί μαθητές στο σχολειό, μπορεί να σπούδασαν, να πήραν πτυχία. Να έμαθαν απέξω τόμους και συγγράμματα και να πέτυχαν στις εξετάσεις του πανεπιστημίου, όμως ξέρουν ακόμα τόσο λίγα. Για την ασκητική της αγάπης ξέρουν τόσο λίγα. Πιστεύουν ακόμα πως τους την χρωστούν, πως τους την χρωστούν, πως μπορούν να την απαιτήσουν, ακόμα και να την επιβάλλουν. Να εξοργίζονται όταν δεν τους αγαπούν. Όταν δεν τους έχουν για το κέντρο του σύμπαντος κόσμου. Όταν δεν παρατούν για χάρη τους οτιδήποτε κι οποιονδήποτε ανά πάσα στιγμή. Πιστεύουν πως δικαιούνται την ψυχή του άλλου. Μπορούν να γίνονται μπαρούτι και να εκδικούνται γι’ αυτά. Λένε ακόμα αγάπη τον έρωτα, λένε έρωτα το «σε θέλω», λένε πόνο τον θυμό, λένε «μου μάτωσες τη καρδιά» τον πληγωμένο εγωισμό. Προσπαθούν να γνωριστούν παίζοντας την τυφλόμυγα…

Πηγή: «ΕΡΩΤΑΣ: Το γελοίο και το δέος» της Μάρως Βαμβουνάκη. Εκδόσεις Φιλιππότη.

  • Την Μάρω Βαμβουνάκη την γνώρισα αυτό το καλοκαίρι στη Σύρο. Με τίμησε χαρίζοντας μου το βιβλίο της. Χρόνια σου πολλά κ. Βαμβουνάκη. ¨Ερρωσο
  • αγάπη

Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2006

Συναισθήματα, X

"At a certain point, I bumped into Suzanne Vaillancourt, who was the wife of a friend of mine, they were a stunning couple around Montreal at the time, physically stunning, both of them, a handsome man and woman, everyone was in love with Suzanne Vaillancourt, and every woman was in love with Armand Vaillancourt. But there was no... well, there was thought, but there was no possibility, one would not allow oneself to think of toiling at the seduction of Armand Vaillancourt's wife. First of all he was a friend, and second of all as a couple they were inviolate, you just didn't intrude into that kind of shared glory that they manifested. I bumped into her one evening, and she invited me down to her place near the river. She had a loft, at a time when lofts were... the word wasn't used. She had a space in a warehouse down there, and she invited me down, and I went with her, and she served me Constant Comment tea, which has little bits of oranges in it. And the boats were going by, and I touched her perfect body with my mind, because there was no other opportunity. There was no other way that you could touch her perfect body under those circumstances. So she provided the name in the song."

«Ετυχε κάποια μέρα να πετύχω στους δρόμους του Montreal την υπέροχη Suzanne Vaillancourt, σύζυγο ενός πολύ καλού φίλου που είχα. Οι δυο τους θεωρούνταν ένα εκθαμβωτικό ζευγάρι στο τότε Montreal. Ολοι οι άντρες ήταν ερωτευμένοι με την πανέμορφη Suzanne Vaillancourt και όλες οι γυναίκες ήταν ερωτευμένες με τον ελκυστικό Armand Vaillancourt. Από τη μεριά μου δεν υπήρξε ποτέ η παραμικρή σκέψη ότι θα μπορούσα να φλερτάρω ή να αποπλανήσω μια τέτοια γυναίκα. Κατ' αρχάς ήταν παντρεμένη με έναν πραγματικό φίλο και έπειτα, βλέποντας τους δυο ως ζευγάρι, καταλάβαινες πόσο απόλυτα αχώριστοι ήταν και πόσο αδύνατο θα ήταν για κάποιον να εισχωρήσει ανάμεσά τους. Πέτυχα, λοιπόν, την Suzanne στη διάρκεια ενός απογεύματος και ευθύς με προσκάλεσε στο σπίτι της που βρισκόταν "κοντά στο ποτάμι", όπως αναφέρω και στο τραγούδι. Μου σέρβιρε τσάι "Constant Comment", το οποίο περιείχε μικρά κομμάτια από πορτοκάλι. Και καθώς τα πλοία διέσχιζαν ήρεμα τον ποταμό που απλωνόταν μπροστά μας, εγώ άγγιζα το τέλειο σώμα της με το μυαλό μου. Οι στιγμές εκείνου του απογεύματος και το όνομα της Suzanne χώρεσαν χρόνια αργότερα στο τραγούδι μου».

Πηγή: BBC Radio Interview : Leonard Cohen ©1994 BBC Radio

Κάντε κλικ εδώ για να ακούσετε το τραγούδι. Οι στίχοι είναι ενσωματωμένοι και θα τους δείτε εαν "παίξετε" το τραγούδι με το Windows Media Player

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

Ποίηση και Συμβουλευτική, XXIII

Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κ’ η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν. Aλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ’ επεμβαίνει.

Πηγή: «Διακοπή» από τον Κωνσταντίνο Καβάφη.

Η Δήμητρα, μητέρα της Περσεφόνης, καθώς περιπλανιέται πενθώντας την χαμένη της κόρη φθάνει κάποια στιγμή στο παλάτι του Κελεού, στην Ελευσίνα. Μεταμφιεσμένη σε ζητιάνα κάθεται στο Παρθένιον Φρέαρ, κάτω από τον ίσκιο μίας ελιάς, για να ξεκουραστεί. Εκεί την βρήκαν οι τέσσερις κόρες του Βασιλιά που ήλθαν ως το πηγάδι για να πάρουν νερό. Η μικρότερη, η Καλλιδίκη, την λυπήθηκε και την πήρε μαζί τους στο ανάκτορο. Εκεί τις υποδέχθηκε η γυναίκα του Κελεού, η Μετάνειρα, που κρατούσε στην αγκαλιά τον Δημοφώντα, «καρπό των γηρατειών τους και αργοπορημένο φύτρο», όπως λέει ο ποιητής του Ομηρικού Ύμνου. Η Βασίλισσα διαισθάνθηκε την βαθειά της θλίψη, την συμπόνεσε και θέλησε να την διασκεδάσει. Ανέθεσε στη δούλα της την Ιάμβη, να της τραγουδά – με Ιαμβική Ποίηση – και να της κάνει αστεία καμώματα και μούτες. Η γλυκύτητα που διατηρούσε η μορφή της Θεάς έκανε την Μετάνειρα να αποφασίσει να της εμπιστευθεί την ανατροφή του μικρού πρίγκιπα. Η Δήμητρα άρχισε να ανατρέφει τον νεαρό Δημοφώντα «όμοια με θεό, χωρίς να θηλάζει. Κάθε τόσο το άλειφε απαλά με αμβροσία και με τον στόμα τον χουχούλιαζε. Την νύχτα, τον τύλιγε με τη δύναμη της φωτιάς, σαν αναμμένο πυρσό». Οι γέρο-Βασιλιάδες έβλεπαν το θαύμα «που μεγάλωνε έτσι και γέρευε ο γιος τους μοιάζοντας στους Θεούς. Και η Δήμητρα θα τον γλύτωνε από τις συμφορές και τον θάνατο, αν η Μετάνειρα δε φερνόταν ασύνετα και δεν κοίταζε από το αρωματισμένο της δωμάτιο να δει τι κάνει η Θεά. Φοβήθηκε μην πάθει τίποτα ο γιός της και ξεφώνισε και χτύπησε με τα χέρια τα μηρά της και έκανε μέγα σφάλμα μέσα της». Η Θεά οργίστηκε και απίθωσε κατάχαμα το παιδί λέγοντας ότι «δε θα φοβόταν γηρατειά κι ούτε θάνατο θα φοβότανε ποτέ του και θα γινόταν άξιο να απολαύσει αιώνιες τιμές. Τώρα όμως κανείς δεν θα μπορέσει να το γλυτώσει ούτε απ’ τον θάνατο, ούτε απ’ τις Μοίρες»

Η Θέτις, μας λέει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος, «ήθελε να κάνει αθάνατο το γιο της και κάθε νύχτα τον έβαζε στη φωτιά, κρυφά από τον Πηλέα, για να καεί ότι θνητό είχε πάρει από τον πατέρα του και την μέρα τον άλειφε με αμβροσία. Μα ο Βασιλιάς της Φθίας την παρακολούθησε μια νύχτα και βλέποντας το γιό του να σπαράζει στη φωτιά, έμπηξε τις φωνές. Η Θέτις, βλέποντας πως δεν την αφήνουνε να φθάσει στο σκοπό της, παράτησε το παιδί και γύρισε στις αδελφές της, τις Νηρηίδες.» Το παιδί έμεινε αβύζαχτο και ο Κένταυρος Χείρωνας που το μεγάλωσε το ονόμασε για αυτό τον λόγο Αχιλλέα- αυτός που δεν άγγιξαν τα χείλη του γυναικείους μαστούς.

Κυριακή, Ιουλίου 30, 2006

Χαρακτήρες, V

Γυρίζοντας στο σπίτι, αργά, έμαθα πως ο Τολστόη, που τον είχε σταματήσει μεσοδρομίς η αρρώστια, μετά την αναχώρηση του από την Γιασνάγια Πολιάνα, είχε πεθάνει στο σταθμό του Αστάποβο και πως ο πατέρας μου είχε κληθεί τηλεγραφικά να πάει εκεί…
…Στην κάμαρα κειτόταν ένα βουνό σαν το Ελμπρούζ κ’ η Σοφία Αντρέγιεβνα δεν ήξερε πως ήταν ένας από τους μεγάλους βράχους του. Ένα σύννεφο βροχερό, μεγάλο ίσαμε τον μισό ουρανό γέμιζε το δωμάτιο, κι εκείνη δεν ήξερε πως ήταν μια αστραπή αυτού του σύννεφου…
….Αν έπρεπε να πάρουμε από κάθε συγγραφέα μια και μόνη αρετή, τι θα λέγαμε για τον Τολστόη για να τον χαρακτηρίσουμε με μία μονοκοντυλιά;
Η πρώτη αρετή αυτού του μοραλίστα, αυτού του ισοπεδωτή κι αυτού του κήρυκα μιας νομιμότητας που θα κυβερνούσε όλο τον κόσμο χωρίς αναιρέσεις κι εξαιρέσεις, ήταν μια πρωτοτυπία δίχως ταίρι, που άγγιζε το παράδοξο.
Σε κάθε λεπτό της ζωής του, είχε την ικανότητα να βλέπει τα πράγματα στην μοναδική και οριστική τους ιδιότητα που αποκτούσαν σε μια ξεχωριστή στιγμή, να τα βλέπει σε βάθος κι ανάγλυφα, όπως τα βλέπουμε, πολύ σπάνια, στα παιδικά μας χρόνια ή στην κορφή μιας ευτυχίας που ανανεώνει τα πάντα, εκ βάθρων, ή μεσ’ τον θρίαμβο μιας μεγάλης πνευματικής νίκης.
Για να δούμε μ’ αυτόν τον τρόπο, πρέπει το μάτι μας να κατευθύνεται από το πάθος. Μόνο το πάθος φωτίζει το αντικείμενο του, εντείνοντας την ορατότητα του.
Αυτό το πάθος, το πάθος της δημιουργικής θεώρησης, ο Τολστόη το είχε αδιάκοπα μέσα του. Στο φως ακριβώς αυτού του πάθους είδε όλα τα πρόσωπα στην πρώτη τους φρεσκάδα, μ’ ένα βλέμμα καινούργιο, σαν νάταν η πρώτη φορά…

Πηγή: Απόσπασμα απ’ το «Δοκίμιο αυτοβιογραφίας» του Μπόρις Πάστερνακ

  • Ο συγγραφέας του «Δόκτορος Ζιβάγκο» περιγράφει τις εντυπώσεις του απ’ τον μεγάλο νεκρό.
  • Ο πατέρας του Πάστερνακ, γνωστός ζωγράφος της εποχής, είχε εικονογραφήσει έργα του Τολστόη.
  • Η μετάφραση είναι του Τάκη Μπάρλα

Τετάρτη, Ιουλίου 26, 2006

Επιτύμβια, VI



Επίγραμμα
εικών ή λίθος είμί. τίθησί με Σείκιλος
ένθα μνήμης αθανάτου σήμα πολυχρόνιον

σκολιόν
Όσον ζήις φαίνου.
μηδέν όλως σύ λυπού.
πρός ολίγον εστί τό ζήιν,
τό τέλος ό χρόνος απαιτεί

Δεν είμαι πλάκα εγώ, ζωγραφιά είμαι. Ο Σείκιλος μ’ έβαλε εδώ,
να σας θυμίζω αιώνια, σα σφραγίδα ανεξίτηλη, ότι:

Όσο ζεις να λάμπεις πρέπει.
Και για τίποτα μην πικραίνεσαι.
Γιατί η ζωή είναι λίγη
Και θα σου ζητήσει λογαριασμό.

Πηγή: Inscriptio columnae, Museum Kopenhaven inv. 14879, Danemark
  • Το σκόλιον είναι αρχαίο ελληνικό τραγούδι της τάβλας. Το συγκεκριμένο χρονολογείται ανάμεσα στο 200 π.χ. έως το 100 μ.Χ. και τραγουδιόταν στα συμπόσια της εποχής. Είναι σκαλισμένο κάτω από το επιτύμβιο στο τάφο του Σείκιλου, που βρέθηκε το 1883 στις Κράλλεις της Μικράς Ασίας. Πάνω από τους στίχους είναι γραμμένη και η παρτιτούρα του, έτσι μπορεί να τραγουδηθεί ακόμα και σήμερα. Είναι η παλιότερη, πλήρης σύνθεση που βρέθηκε ποτέ. Μάλλον γράφτηκε για την γυναίκα του που ίσως θάφτηκε νωρίτερα στον ίδιο τάφο.
  • Αν θέλετε ν’ ακούσετε μια σύγχρονη αναπαραγωγή - με μπουζούκι - του τραγουδιού κάντε κλικ εδώ .

Κυριακή, Ιουλίου 23, 2006

Segui il tuo corso, e lascia dir le genti!

... Jedes Urteil wissenschaftlicher Kritik ist mir willkommen.
Gegenueber den Vorurteilen der sog. oeffentlichen Meinung,
der ich nie Konzessionen gemacht habe,
gilt mir nach wie vor der Wahlspruch des grossen Florentiners:
Segui il tuo corso, e lascia dir le genti!
[Gehe deinen Weg, und lass die Leute reden!]

London, 25. Juli 1867
Karl Marx

... Κάθε κρίση επιστημovικής κριτικής μoυ είvαι ευπρόσδεκτη.
Απέvαvτι στις πρoλήψεις της λεγόμεvης κoιvής γvώμης,
πoυ δεv της έκαvα πoτέ παραχωρήσεις,
ισχύει για μέvα τώρα, όπως και πρώτα, τo ρητό τoυ μεγάλoυ Φλωρεvτίνου *:
Segui il tuo corso, e lascia dir le genti!
(Τράβα τo δρόμo σoυ, κι άσε τov κόσμo vα λέει!)


Πηγή: Vorwort zur ersten Auflage aus
Das Kapital
Kritik der politischen Oekonomie
Erster Band
Der Produktionsprozess des Kapitals
(1867)
von Karl Marx
* La Divina Commedia (titolo originale: Comedia) e un poema in tre cantiche scritto dal poeta fiorentino Dante Alighieri.
  • φιλοσοφία

Πέμπτη, Ιουλίου 20, 2006

Συναισθήματα, IX

17 Ιουνίου, 1948

Αυτά τα βράδια είμαι τόσο μόνος, θέλω τόσο απελπισμένα μια γυναικεία συντροφιά, που πονάω... και παρόλα αυτά συνεχίζω να δουλεύω. Τις βλέπω που περνάνε απέξω, και τρελαίνομαι. Γιατί συμβαίνει αυτό το πράγμα; Γιατί ένας άντρας που προσπαθεί να κάνει μια σημαντική δουλειά δεν μπορεί ποτέ να βρει μια γυναίκα που θα του χαρίσει την αγάπη της αλλά και το χρόνο;
Ένας άνθρωπος σαν εμένα, υγιής, ενεργός σεξουαλικά, να με τσακίζει ο πόθος για οποιοδήποτε όμορφο κορίτσι βλέπω, αλλά να μην μπορώ να κάνω έρωτα τώρα, στα νιάτα μου, και κάθομαι να τις βλέπω που περνάνε αδιάφορα έξω από το παράθυρό μου - που να πάρει και να σηκώσει, δεν είναι δίκαιο αυτό! Αυτή η εμπειρία σίγουρα θα με κάνει πικρόχολο, μα το Θεό! ...

Πηγή: Τα ημερολόγια του Jack Kerouac. Περιοδικό «(δε)κατα», Δευτέρα 17 Ιουλίου 2006. Η μετάφραση είναι του Γιώργου Κυριαζή.

P.S.
Ο Jack Kerouac (1922-1969) χρησιμοποίησε πρώτος τον όρο Beat Generation για να εκφράσει την απέχθεια του για την αμερικάνικη κοινωνία, στα τέλη της δεκαετίας του ’40, και τις αξίες που αυτή υιοθετούσε. Η λέξη beat είχε ποικιλώνυμη σημασία για τους εκφραστές αυτού του ρεύματος με κοινό παρανομαστή την αποκήρυξη της αποθησαύρισης και της απληστίας που χαρακτηρίζει τον σύγχρονο άνθρωπο.
Και με την κίνηση, που ονομάστηκε beatnik, τον καλεί να ανακαλύψει την ερωτική, καλλιτεχνική και πνευματική πλευρά του εαυτού του μέσα από τις ουσίες, το περιστασιακό σεξ, τη μουσική και τον Βουδισμό Ζεν.

Ο μυστικιστής ποιητής William Blake και ο συγγραφέας του «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο», Marcel Proust, επηρέασαν με το έργο τους, μεταξύ πολλών άλλων, τους συγγραφείς αυτής της γενιάς.

Από αυτή την γενιά ξεπήδησε, στη δεκαετία του ’60, η γενιά των hippie και αργότερα των punk. Ήταν ό πρόδρομος αυτών που ονομάστηκαν, υποτιμητικά, γενιές της υποκουλτούρας.

Ακούστε - κάνοντας κλικ
εδώ - ένα χαρακτηριστικό τραγούδι, σε στίχους και μουσική, της «υποκουλτούρας». Δημιουργός του ο «Βασιλιάς» της punk-funk μουσικής, Rick James.

Δευτέρα, Ιουλίου 17, 2006

Γράμματα, XVI

Αγαπητέ φίλε,
Ούτε πέννα έχω τη στιγμή πού ήρθε το «πλήρωμα» για να σου γράψω. Σ' ευχαριστώ για το γράμμα σου…
Λοιπόν πολύ μ' έκανε να σκεφθώ, ν' αναζητήσω τις αιτίες και προπαντός να καθορίσω την πραγματική υπόσταση του φαινομένου. Ήμουν τότε πολύ θλιμμένος και τα γραφόμενα σου ήρθαν να επιτείνουν τη θλίψη μου. Και τώρα πού σου γράφω, αισθάνομαι πόσο ασταθείς είμαστε, πως το ακλόνητο είναι καρπός μακρού και ακάματου αγώνα, πού απαιτεί άσκηση αέναη, θυσία πραγματική που είναι ακριβά ακόμα για την ψυχή μας. Κυμαινόμεθα ανάμεσα στα αντίθετα. Ξαναρχίζουμε από το ίδιο σημείο, πέφτουμε ακριβώς τη στιγμή που αποφασίζουμε να ανυψωθούμε, η ελπίδα μας ξαναγεννιέται από την βαθύτερη απελπισία μας. Ο πόθος μας σβήνει τη στιγμή της πλήρωσής του, ηπλήρωση τούτη είναι πενία και η στέρηση πόρος.
Μερικοί στίχοι της Ερωφίλης που βρήκα τυχαία μου 'δωσαν κάποια παρηγοριά. Η ζωντανή λαλιά, η παρουσία της πολύψυχης μάζας στο έργο του ενός, η γνησιότητα, η συνεκτική δύναμη των γενεών. Σου τους εσωκλείω.
Ύστερα κάποια λόγια του Χρυσόστομου, που προδίδουν την ατράνταχτη, βαθύτατη και σταθερή πίστη στο άναρχο κι αιώνιο. Η κατοχή του όντως όντος, μέσα στην αέναη ροή των πάντων. .. Πού είναι λοιπόν η κατάρτιση μέσα μας ενός ιδεώδους, που όταν όλα γύρω μας γκρεμίζονται ή φθείρονται αυτό μένει ατράνταχτο, άφθαρτο, οπού αυτό μονάχα αρκεί στην απώλεια των πάντων;
Είχα αισθανθεί ότι ο Έρως ο ουράνιος εξαγνίζει την Σάρκα, μεταμορφώνει το γήινο — ακολούθησα τούτο το δρόμο αλλά βρήκα τη φθορά, τη μεταβολή, την υποψία, τη ζήλεια, τον πόθο της κατοχής, την υποδούλωση στην ηδονή. Έπεσα σε πέλαγος ασταθείας και αβεβαιότητος. Έφριξα με την κακία μου, με τις αδυναμίες μου, τις ιδέες τις από γενετής μου. Η Φύση απαιτεί από μας να νικήσουμε εκεί ακριβώς πού μας έπλασε πιο αδύνατους. Και είδα πως τις αδυναμίες μου δεν τις είχα νικήσει και πώς προς το τέλος πλέον του βίου δεν υπάρχουν πολλές ελπίδες να τις κατανικήσω. Ιδού τες ότι σε πρώτη ευκαιρία προβάλλουν ως άλλες κεφαλές Λερναίας Ύδρας, ακοίμητες, ολοζώντανες, αδάμαστες, πανίσχυρες...
Υπάρχει λοιπόν ο άλλος δρόμος, όπου τα πολλά γίνονται ένα, οπού υπόσχεται τη γαλήνη, την πραγματική ευτυχία, την βεβαιότητα. Αλλ' εις την αρχή του βρίσκεται η θυσία, εις κάθε σημείο του... Ετούτος απαιτεί απόμάς ν' απαρνηθούμε κάθε έρωτα (εις το όνομα του ενός) κάθε έργο (εις το όνομα της απρόσωπης συνεργασίας μας στο ένα έργο) κάθε ελπίδα (αφού πια κατέχοντας το Παν, περιττεύει κάθε ελπίδα...) (είναι του de Lubicz).
Δεν μπαίνω στη συζήτηση των όσων μου γράφεις... Έτσι λοιπόν σβήνουν επιτεύξεις πού τις θεωρήσαμε αξιόλογες... (γιατί ήταν το σύμβολο μιας στιγμής στην ιστορία του ανθρώπου, ένας σπινθήρας ανάμεσα στην ψυχή μας και τις άλλες ψυχές...;). Μήπως η άρνηση έχει την αιτία, τις ρίζες της μέσα μας; Μήπως είμαστε υπόλογοι κι εμείς; Πώς θα κρίνουμε ένα έργο πού σφραγίστηκε για μας μια για πάντα η μυστική πηγή που το γέννησε; Η χαρά πού χάρισε στη στιγμή της δημιουργίας του; Έπειτα έχουμε το δικαίωμα να σβήνουμε όλες τις ιδεατές προεκτάσεις, τις πέραν από τη συγκεκριμένη επίτευξη του;
…Αλλ' ο κυριότερος σκοπός του γράμματός μου είναι τούτος. Να συμπαρασταθώ νοητά στην προσπάθεια που κάνεις. Αληθινά σε θαυμάζω, να δουλέψεις εκεί για μιαν έκθεση σημαίνει πως κομίζεις απόθεμα κόσμου ιδεών και σύμπαντος, που δεν κλονίζεται στο νέο Περιβάλλον, αυτοπεποίθησης και τόλμης περισσής. Σε συγχαίρω και θέλω να ξέρεις πως οι ευχές μου σε συνοδεύουν, πως θέλω να με αισθάνεσαι κοντά σου, τις στιγμές ιδιαίτερα της αναπόφευκτης μόνωσης.
Πως εύχομαι τέλος οι ελληνικές σου προθέσεις να δώσουν μιαν απάντηση όπως τη νομίζεις εσύ κι ας μην είναι ίσως ακόμα η τελεσίδικη και αυτή την απάντηση σου να την εννοήσουν έστω και οι ολίγοι.
Συμπάθα την άργητά μου
Μέσα από την α-πειρη αγάπη μου
σε φιλώ

Πικιώνης.

Πηγή: Από τη συλλογή «Γράμματα Δημήτρη Πικιώνη Ν.Χατζηκυριάκου-Γκίκα», Επιμέλεια Ν.Π. Παΐσιος, Εκδόσεις Ικαρος, Αθήνα

P.S.

  • Με αφορμή την έκθεση «Νίκος Χατζηκυριάκος - Γκίκας: Μοντερνισμός και Παράδοση», που θα διαρκέσει στην Ερμούπολη έως τις 28 Αυγούστου.
  • Ο Δημήτρης Πικιώνης "είναι ο πρώτος αρχιτέκτων στην Ελλάδα που είχε το θάρρος να διακηρύξει ότι η Αρχιτεκτονική είναι Τέχνη και Ποίησις", έγραψε ο Γιάννης Τσαρούχης το 1987.