Δευτέρα, Αυγούστου 28, 2006

Χαρακτήρες, VI

Heroes. Victims. Gods and human beings.
All throwing shapes, every one of them
Convinced he's in the right, all of them glad
To repeat themselves and their every last mistake,
No matter what.

People so deep into
Their own self-pity self-pity buoys them up.
People so staunch and true, they're fixated,
Shining with self-regard like polished stones.

And their whole life spent admiring themselves
For their own long-suffering.
Licking their wounds
And flashing them around like decorations (pp. 1-2).
...
Human beings suffer,
they torture one another,
they get hurt and get hard.
No poem or play or songcan fully right a wrong
inflicted or endured.


History says, Don't hope
on this side of the grave.
But then, once in a lifetime
the longed for tidal wave
of justice can rise up,
and hope and history rhyme (p.77).


Ήρωες και θύματα συνάμα. Θεοί ίδιοι με ανθρώπινα πλάσματα.
Παραδαρμένες φιγούρες και ο καθένας να πιστεύει ότι το δίκιο με το μέρος του έχει.
Και να χαίρονται μηρυκάζοντας τον εαυτό τους,
και κάθε τελευταίο λάθος τους να επαναλαμβάνουν.
Χωρίς να δίνουν δεκάρα γι’ αυτό.

Πλάσματα τόσο βυθισμένα στη μιζέρια τους
που η αυτολύπηση τους καθηλώνει.
Όντα απόλυτα στις εμμονές τους,
ματαιόδοξα σαν καλογυαλισμένες πέτρες.

Που ξόδεψαν όλη τους τη ζωή καμαρώνοντας
για τα πάθη τους και
γλείφοντας τις πληγές τους,
που τις περιφέρουν σαν παράσημα.
...
Οι άνθρωποι υποφέρουν.
Βασανίζουν ο ένας τον άλλο.
Πληγώνουν και πληγώνονται.
Κανένα ποίημα, κανένα θεατρικό έργο, μήτε τραγούδι
δεν μπορεί να διορθώσει ένα λάθος πού έγινε κάποτε,
και με τα χρόνια κατάντησε αθεράπευτη πληγή.


Η Ιστορία λέει: μην ελπίζεις
απ' την εδώ μεριά του τάφου.
Από την άλλη όμως,
στη διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής,
πάντα υπάρχει περίπτωση να σηκωθεί
μία ευλογημένη τρικυμία δικαιοσύνης.
Τότε η ελπίδα και η Ιστορία ομοιοκαταληκτούν.


Πηγή: «The Cure at Troy: A Version of Sophocles' Philoctetes» by Seamus Heaney.

  • Ο Σήμους Χήνυ, Ιρλανδός ποιητής που πήρε το Nobel Λογοτεχνίας το 1995, μας έδωσε το 1990 μια άλλη εκδοχή για την τραγωδία του Σοφοκλή «Φιλοκτήτης»

  • Ο Φιλοκτήτης, γιος του Ποίαντα και της Μεθώνης, εξεστράτευσε κατά της Τροίας μαζί με τους άλλους Έλληνες, επικεφαλής επτά πλοίων με Θεσσαλούς πολεμιστές. Ενώ ο στόλος των Ελλήνων έπλεε για την Τροία αποφασίστηκε ν' αγκυροβολήσουν στη Λήμνο για να επισκεφτούν το ιερό της Αθηνάς. Εκεί ο Φιλοκτήτης, σπρωγμένος από την Ήρα, που ήθελε να τον εκδικηθεί, γιατί είχε βοηθήσει τον νόθο γιο του συζύγού της Δία, Ηρακλή, πλησίασε τόσο κοντά στον ιερό χώρο που του επιτέθηκε μια ύδρα, φύλακας του ιερού. Το φοβερό δηλητηριώδες ερπετό τον δάγκωσε στο πόδι. Η αθεράπευτη πληγή έβγαζε τέτοια δυσωδία, οι κραυγές του από τον πόνο και οι κατάρες του τάραζαν τόσο τον στρατό, που οι σύντροφοί του δεν δίστασαν, με την προτροπή του Οδυσσέα και των Ατρειδών να τον εγκαταλείψουν στο νησί. Έτσι καταφαίνεται, χωρίς αμφιβολία, και η ευθύνη του Φιλοκτήτη για το γεγονός της εγκατάλειψης. Κανείς από του συντρόφους του δεν τον άντεχε πλέον.
    Δέκα ολόκληρα χρόνια, όσο κράτησε ο Τρωικός πόλεμος, ο Φιλοκτήτης υπέμεινε στο νησί άθλια ζωή, μόνος κι έρημος, με την πληγή πάντα να τον βασανίζει. Θα ερχόταν όμως η μέρα που οι Έλληνες θα θυμούνταν τον Φιλοκτήτη. Πράγματι, δίνεται χρησμός πως το Ίλιον δεν θα πέσει, αν δεν βοηθήσει το ανίκητο τόξο του Ηρακλή, το οποίο ο ημίθεος πεθαίνοντας είχε χαρίσει στον Φιλοκτήτη, τον μόνο άνθρωπο που διέθετε τέχνη και δύναμη αρκετή να το τανύσει. Στέλνουν λοιπόν οι Έλληνες τον Οδυσσέα και τον Νεοπτόλεμο, στη Λήμνο να πάρουν από τον Φιλοκτήτη το ηράκλειο τόξο και τα βέλη του. Εκείνος όμως αρνείται να τα δώσει, δεν θέλει να συμφιλιωθεί με τους ανθρώπους που άλλοτε του έδειξαν τόση σκληρότητα. Τέλος, με την παρέμβαση του θεοποιημένου Ηρακλή, πείθεται να τους ακολουθήσει στην Τροία και να τους βοηθήσει στη νικηφόρο εξέλιξη του πολέμου.

  • Ο χώρος που διαδραματίζεται ο Φιλοκτήτης του Σοφοκλή είναι η «άστιπτος ουδ΄ οικουμένη» Λήμνος. Η «δίστομος πέτρα» αποτελεί τον χώρο του άρρωστου, εγκαταλελειμμένου ήρωα. Η αφιλόξενη ακτή του ακατοίκητου νησιού είναι ο ζωτικός χώρος του. Χώρος όχι τυχαίος, αλλά επιλεγμένος από τους πατριώτες του ως χώρος εγκατάλειψης και μαρτυρίου. Κρανίου τόπος η Λήμνος, είναι ο επί σειράς ετών Γολγοθάς του Φιλοκτήτη. Τόπος επιλεγμένος από τους ανθρώπους αλλά και τους θεούς. Εκεί ο Φιλοκτήτης καλείται να ζήσει την οδύνη και να μυηθεί στον πόνο για να εξιλεωθεί από την προσωπική του ύβρη αλλά και για να γίνει το άξιο σκεύος που οι θεοί επέλεξαν για να οδηγήσει τους Έλληνες στην εκπόρθηση της Τροίας. Ο Φιλοκτήτης, ο άνθρωπος που λύτρωσε έναν ημίθεο από τους αφόρητους πόνους, ανάβοντας του την πυρά και βοηθώντας τον να φτάσει στον Ολύμπιο πατέρα του, βρίσκεται άθλιος και παρατημένος σε μια σπηλιά της Λήμνου. Η ανταμοιβή του για τη λύτρωση του Ηρακλή δεν είναι μια ζωή ευδαιμονίας αλλά μια πυορροούσα πληγή και αφόρητοι πόνοι. Η προσωπική του ύβρις, η ασέβεια του, το πάτημα σε ιερό απαραβίαστο χώρο, έγινε η αφορμή για την δυστυχία του. Γρανάζι στο θεϊκό σχέδιο ο Φιλοκτήτης, επιλέγεται για την εκπλήρωση του Νόμου που θέλει την κατάληψη του Ιλίου από τα όπλα του Ηρακλή που ως αντίδωρο χάρισε ο ημίθεος στον σωτήρα του. Δεν είναι πρώτη φορά που μας δίνεται η εντύπωση ότι ο τραγικός ήρωας βασανίζεται άνισα σε σχέση με το παράπτωμά του. Σαν να ωθείται στην ύβρη από κάποια νομοτέλεια που τον χρειάζεται για να οδηγηθεί στην πραγμάτωση της. Πιόνι στα χέρια ενός Νόμου απρόσιτου στην ανθρώπινη νόηση, ο τραγικός ήρωας οδεύει προς τη μοίρα του, εκπληρώνοντας ένα πεπρωμένο προσχεδιασμένο, συνδεόμενο όχι μόνο με την ατομική του ζωή αλλά μέσω αόρατων νημάτων με το μέλλον και το πεπρωμένο μιας οικογένειας, μιας φυλής, ή ενός κράτους. Έτσι γίνεται και στην περίπτωση του Φιλοκτήτη. Χρόνια ολόκληρα παρατημένος, απομονωμένος και άρρωστος στη Λήμνο, καλείται μέσω χρησμού να εκπληρώσει το Θεϊκό Σχέδιο που θέλει την κατάληψη της πόλης του Δαρδάνου. Ο Φιλοκτήτης, ο πάσχων ήρωας κρατάει στα χέρια του την τύχη των Ελλήνων και ως παράκλητος καλείται να σώσει αυτούς που τον πρόδωσαν. Μαζί του, γρανάζια στην ίδια αλυσίδα του Σχεδίου, δύο ακόμη πρόσωπα: ο Οδυσσέας και ο γιος του Αχιλλέα, ο Νεοπτόλεμος. Ο Οδυσσέας, ιδανικός χειριστής των τεχνασμάτων, του λόγου και της πειθούς. Ιδανικός ακόμα, γιατί απέχει από ενδοιασμούς και συγκινησιακές φορτίσεις. Ορθολογιστής, πειθαρχημένος στις απαιτήσεις του καθήκοντος, δεν ακροβατεί στη φαντασία ούτε παγιδεύεται από τη συγκίνηση και τον οίκτο. Δίνει στη λέξη «ηθική» μια άλλη, διαφορετική σημασία. Γι αυτόν ο όρος θα μπορούσε να σημαίνει: ηθικό = σκόπιμο. Σε ανθρώπινο επίπεδο σκληρός, αντιπαθητικός, δολοπλόκος. Στο επίπεδο του Μύθου όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Αν ο Φιλοκτήτης έχει επιλεγεί για το ρόλο του πάσχοντος ήρωα, το ρόλο του «παρακλήτου», του εκλεκτού που πρέπει να θητεύσει στον πόνο προκειμένου να οδηγηθεί η προφητεία στην εκπλήρωσή της, ο Οδυσσέας έχει επιλεγεί για το ρόλο του ανθρώπου που προτάσσει το Σκοπό και το συνολικό όραμα. Η στάση του αυτή, προϋποθέτει την αποδοχή ενός διαφορετικού ηθικού κώδικα. Μιας άλλης δεοντολογίας, η οποία πολύ απέχει από τον αρχαίο κώδικα τιμής και ανδρείας. Η Θέληση των θεών δεν ανταποκρίνεται συχνά στον ηθικό κώδικα των ανθρώπων. Οι θεοί κρίνουν και αποφασίζουν έχοντας μέτρα και σταθμά ακατανόητα τόσο για την ανθρώπινη νόηση όσο και για την ανθρώπινη ηθική. Το Σχέδιο τους μπορεί κάλλιστα να προϋποθέτει και να στηρίζεται στη συντριβή κάποιων ανθρώπων, ακόμα κι αν αυτοί είναι ενάρετοι. Μη ανταποκρινόμενος ο Οδυσσέας στην κοινή ανθρώπινη ηθική, που στηρίζεται στην συμπόνια του συνανθρώπου και την εντιμότητα των μέσων που χρησιμοποιούνται για την επίτευξη ενός σκοπού, γίνεται ο βασικότερος μοχλός για την απρόσκοπτη πορεία και διευθέτηση των θεϊκών Σχεδίων. Ο Οδυσσέας ακολουθεί οδό ευθεία και σύντομη γιατί δεν παλινδρομεί εξ αιτίας συναισθημάτων και αμφιβολιών κάτι που ο πάσχων ήρωας δικαιολογημένα κάνει. ΄Ο,τι ο Φιλοκτήτης πρέπει να κάνει, γίνεται μετά από πολύ προσπάθεια, και μετά από την επέμβαση του υπερφυσικού στοιχείου, του Ηρακλή, που χωρίς την παρουσία του στο τέλος του έργου, το Σχέδιο θα κινδύνευε να μην πραγματωθεί. Ό,τι ο Οδυσσέας πρέπει να κάνει το κάνει από μόνος του. Ανάμεσα στα δύο ήθη των ενηλίκων ηρώων του έργου, ο Νεοπτόλεμος καλείται να πράξει. Γιος ήρωα, του αρίστου των Ελλήνων, οφείλει να επιλέξει ανάμεσα στη συμπόνια και το δημόσιο συμφέρον, στο κοινό όραμα της κατάκτησης και την ανθρωπιά. Η δυσκολία της απόφασης τον κάνει να συνειδητοποιήσει μια μεγάλη αλήθεια: ότι ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος, αλλά αναγκασμένος να επιλέξει, και ότι η δυνατότητα αυτής της επιλογής του, αποτελεί συχνά την ηθική συντριβή του. Ο Νεοπτόλεμος μεριμνώντας για το συνολικό καλό, πρέπει να αγνοήσει τον ατομικό πόνο. Μέσα από τα οριακά διλήμματα, ο Νεοπτόλεμος οφείλει να πράξει, δηλαδή να επιλέξει κι αυτή η αναπόφευκτη ανάγκη, είναι η δοκιμασία για την ενηλικίωση του. Η συνειδησιακή του πάλη είναι η μύησή του. (Το σχόλιο είναι της Εύας Σαραγά).

Τετάρτη, Αυγούστου 23, 2006

... με μίσος αλλάζανε βλέμματα κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν ...

Sie liebten sich beide, doch keiner
Wollt es dem andern gestehn;
Sie sahen sich an so feindlich,
Und wollten vor Liebe vergehn.

Sie trennten sich endlich und sahn sich
Nur noch zuweilen im Traum;
Sie waren längst gestorben,
Und wußten es selber kaum.

Αγάπαγαν ο ένας τον άλλον
μα δίχως γι'αυτό να μιλήσουν
με μίσος αλλάζανε βλέμματα
κι από έρωτα θέλαν να σβήσουν

Εχώρησαν, έπειτα φύγαν
μες στ'όνειρο μόνο ειδωθήκαν.
Πεθάνανε πια και δεν μάθαν:
εμίσησαν ή αγαπηθήκαν;

Πηγή: "Sie liebten sich beide" von Heinrich Heine. Η μετάφραση είναι του Κώστα Καριωτάκη.

  • Φέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Γερμανού ποιητή και στοχαστή Heinrich Heine... Ο ποιητής Χάινε δεν εγκλωβίζεται στον συναισθηματισμό του ατόμου Χάινε. Υπερνικά την ατομική όψη των συναισθημάτων του και εκφράζεται οικουμενικά. Μιλάει για τον καθένα μας που είναι ερωτευμένος και αναζητεί την απόλυτη έκφραση της ψυχής του. Ο λυρισμός του πηγάζει από την ατομική ψυχή, αλλά τελικά εκφράζει την οικουμενικότητα του έρωτα, την καθολικότητα του πάθους. Η σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και τον άνθρωπο αποτέλεσε το θεμελιώδες γραμματολογικό θέμα της ποιήσεως στον Χάινε. .. (Τα σχόλια είναι του Θ. Γεωργίου).
  • Μπορείτε να συγκρίνετε αυτό το ποίημα με το λαϊκό τραγούδι του Ακη Πάνου "Μίσος".
  • Η Clara Schumann έχει μελοποιήσει αυτό το ποίημα (Sie liebten sich beide, Op.13 No.2 ). Κάντε κλικ εδώ για να το ακούσετε.
  • αγάπη

Σάββατο, Αυγούστου 19, 2006

Ποίηση και Συμβουλευτική, XXIV

Georg Talbot.

Dir war das Unglück eine stenge Schule.
Nicht seine Freudenseite kehrte dir
Das Leben zu. Du sahest keinen Thron
Von ferne, nur das Grab zu deinen Füßen.
Zu Woodstock war's und in des Towers Nacht,
Wo dich der gnäd'ge Vater dieses Landes
Zur ersten Pflicht durch Trübsal auferzog.
Dort suchte dich der Schmeichler nicht. Früh lernte,
Vom eiteln Weltgeräusche nicht zerstreut,
Dein Geist sich sammeln, denkend in sich gehn
Und diesen Lebens wahre Güter schätzen.
- Die Arme rettete kein Gott. Ein zartes Kind
Ward sich verpflanzt nach Frankreich, an den Hof
Des Leichtsinns, der gedankenlosen Freude.
Dort in der Feste ew'ger Trunkenheit
Vernahm sie nie der Wahrheit ernste Stimme.
Geblendet ward sie von der Laster Glanz
Und fortgeführt vom Strome des Verderbens.
Ihr ward der Schönheit eitles Gut zuteil,
Sie überstrahlte blühen alle Weiber,
Und durch Gestalt nicht minder als Geburt - -

Georg Talbot.

Σκολειό αυστηρό για σένα (Elisabeth) η δυστυχία
στάθηκε. Τη χαρούμενη της όψη
δε σού ‘δειξε η ζωή, κανένα θρόνο
μακριάθε εσύ δεν είδες, μόνο μπρος σου
τον τάφο. Αυτής της χώρας ο πατέρας
στο Γούντστοκ, μες στου Πύργου το σκοτάδι,
σ’ ανάθρεψε σκληρά για το καθήκον.
Δε ζύγων’ εκεί κόλακας. Ο νους σου,
ατάραχος από τη μάταιη τύρβη,
συνήθισε να κλειέται στον εαυτό του
με περισυλλογή, στου κόσμου ετούτου
τ’ αληθινά αγαθά να βρίσκει αξία.
Η μαύρη αυτή (Maria Stuart) δεν είχε θεό σωτήρα.
Την πήραν στη Γαλλία μικρούλα ακόμα,
στο ξέγνοιαστο, αλαφρόμυαλο παλάτι,
κι εκεί, μες των γιορτάδων το μεθήσι,
ποτέ της δεν της μίλησε η Αλήθεια.
Της αμαρτίας τη θάμπωσε η γυαλάδα,
της διαφθοράς την τράβηξε το ρέμα.
Με τ΄ αγαθό το μάταιο προικισμένη
της ομορφιάς, πιο πάνω απ’ τις γυναίκες
λουλούδιζε όλες κι έλαμπε, και τόσοη καλλονή της όσο κι η γενιά της - -


Πηγή: Zweiter Aufzug, Dritter Auftritt aus “Maria Stuart” von Friedrich Schiller. Trauerspiel in fünf Aufzügen.

Τρίτη, Αυγούστου 15, 2006

Λένε ακόμα αγάπη τον έρωτα, λένε έρωτα το "σε θέλω"...

…Η νιότη πονάει. Η νιότη πονάει πολύ. Γνωρίζει τόσο λίγα και θέλει τόσο πολλά. Φοβερά και πολλά. Θέλει την αγάπη. Μπορεί να ήταν κι οι δυο τους καλοί μαθητές στο σχολειό, μπορεί να σπούδασαν, να πήραν πτυχία. Να έμαθαν απέξω τόμους και συγγράμματα και να πέτυχαν στις εξετάσεις του πανεπιστημίου, όμως ξέρουν ακόμα τόσο λίγα. Για την ασκητική της αγάπης ξέρουν τόσο λίγα. Πιστεύουν ακόμα πως τους την χρωστούν, πως τους την χρωστούν, πως μπορούν να την απαιτήσουν, ακόμα και να την επιβάλλουν. Να εξοργίζονται όταν δεν τους αγαπούν. Όταν δεν τους έχουν για το κέντρο του σύμπαντος κόσμου. Όταν δεν παρατούν για χάρη τους οτιδήποτε κι οποιονδήποτε ανά πάσα στιγμή. Πιστεύουν πως δικαιούνται την ψυχή του άλλου. Μπορούν να γίνονται μπαρούτι και να εκδικούνται γι’ αυτά. Λένε ακόμα αγάπη τον έρωτα, λένε έρωτα το «σε θέλω», λένε πόνο τον θυμό, λένε «μου μάτωσες τη καρδιά» τον πληγωμένο εγωισμό. Προσπαθούν να γνωριστούν παίζοντας την τυφλόμυγα…

Πηγή: «ΕΡΩΤΑΣ: Το γελοίο και το δέος» της Μάρως Βαμβουνάκη. Εκδόσεις Φιλιππότη.

  • Την Μάρω Βαμβουνάκη την γνώρισα αυτό το καλοκαίρι στη Σύρο. Με τίμησε χαρίζοντας μου το βιβλίο της. Χρόνια σου πολλά κ. Βαμβουνάκη. ¨Ερρωσο
  • αγάπη

Τετάρτη, Αυγούστου 09, 2006

Συναισθήματα, X

"At a certain point, I bumped into Suzanne Vaillancourt, who was the wife of a friend of mine, they were a stunning couple around Montreal at the time, physically stunning, both of them, a handsome man and woman, everyone was in love with Suzanne Vaillancourt, and every woman was in love with Armand Vaillancourt. But there was no... well, there was thought, but there was no possibility, one would not allow oneself to think of toiling at the seduction of Armand Vaillancourt's wife. First of all he was a friend, and second of all as a couple they were inviolate, you just didn't intrude into that kind of shared glory that they manifested. I bumped into her one evening, and she invited me down to her place near the river. She had a loft, at a time when lofts were... the word wasn't used. She had a space in a warehouse down there, and she invited me down, and I went with her, and she served me Constant Comment tea, which has little bits of oranges in it. And the boats were going by, and I touched her perfect body with my mind, because there was no other opportunity. There was no other way that you could touch her perfect body under those circumstances. So she provided the name in the song."

«Ετυχε κάποια μέρα να πετύχω στους δρόμους του Montreal την υπέροχη Suzanne Vaillancourt, σύζυγο ενός πολύ καλού φίλου που είχα. Οι δυο τους θεωρούνταν ένα εκθαμβωτικό ζευγάρι στο τότε Montreal. Ολοι οι άντρες ήταν ερωτευμένοι με την πανέμορφη Suzanne Vaillancourt και όλες οι γυναίκες ήταν ερωτευμένες με τον ελκυστικό Armand Vaillancourt. Από τη μεριά μου δεν υπήρξε ποτέ η παραμικρή σκέψη ότι θα μπορούσα να φλερτάρω ή να αποπλανήσω μια τέτοια γυναίκα. Κατ' αρχάς ήταν παντρεμένη με έναν πραγματικό φίλο και έπειτα, βλέποντας τους δυο ως ζευγάρι, καταλάβαινες πόσο απόλυτα αχώριστοι ήταν και πόσο αδύνατο θα ήταν για κάποιον να εισχωρήσει ανάμεσά τους. Πέτυχα, λοιπόν, την Suzanne στη διάρκεια ενός απογεύματος και ευθύς με προσκάλεσε στο σπίτι της που βρισκόταν "κοντά στο ποτάμι", όπως αναφέρω και στο τραγούδι. Μου σέρβιρε τσάι "Constant Comment", το οποίο περιείχε μικρά κομμάτια από πορτοκάλι. Και καθώς τα πλοία διέσχιζαν ήρεμα τον ποταμό που απλωνόταν μπροστά μας, εγώ άγγιζα το τέλειο σώμα της με το μυαλό μου. Οι στιγμές εκείνου του απογεύματος και το όνομα της Suzanne χώρεσαν χρόνια αργότερα στο τραγούδι μου».

Πηγή: BBC Radio Interview : Leonard Cohen ©1994 BBC Radio

Κάντε κλικ εδώ για να ακούσετε το τραγούδι. Οι στίχοι είναι ενσωματωμένοι και θα τους δείτε εαν "παίξετε" το τραγούδι με το Windows Media Player

Πέμπτη, Αυγούστου 03, 2006

Ποίηση και Συμβουλευτική, XXIII

Το έργον των θεών διακόπτομεν εμείς,
τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής.
Στης Ελευσίνος και στης Φθίας τα παλάτια
η Δήμητρα κ’ η Θέτις αρχινούν έργα καλά
μες σε μεγάλες φλόγες και βαθύν καπνόν. Aλλά
πάντοτε ορμά η Μετάνειρα από τα δωμάτια
του βασιλέως, ξέπλεγη και τρομαγμένη,
και πάντοτε ο Πηλεύς φοβάται κ’ επεμβαίνει.

Πηγή: «Διακοπή» από τον Κωνσταντίνο Καβάφη.

Η Δήμητρα, μητέρα της Περσεφόνης, καθώς περιπλανιέται πενθώντας την χαμένη της κόρη φθάνει κάποια στιγμή στο παλάτι του Κελεού, στην Ελευσίνα. Μεταμφιεσμένη σε ζητιάνα κάθεται στο Παρθένιον Φρέαρ, κάτω από τον ίσκιο μίας ελιάς, για να ξεκουραστεί. Εκεί την βρήκαν οι τέσσερις κόρες του Βασιλιά που ήλθαν ως το πηγάδι για να πάρουν νερό. Η μικρότερη, η Καλλιδίκη, την λυπήθηκε και την πήρε μαζί τους στο ανάκτορο. Εκεί τις υποδέχθηκε η γυναίκα του Κελεού, η Μετάνειρα, που κρατούσε στην αγκαλιά τον Δημοφώντα, «καρπό των γηρατειών τους και αργοπορημένο φύτρο», όπως λέει ο ποιητής του Ομηρικού Ύμνου. Η Βασίλισσα διαισθάνθηκε την βαθειά της θλίψη, την συμπόνεσε και θέλησε να την διασκεδάσει. Ανέθεσε στη δούλα της την Ιάμβη, να της τραγουδά – με Ιαμβική Ποίηση – και να της κάνει αστεία καμώματα και μούτες. Η γλυκύτητα που διατηρούσε η μορφή της Θεάς έκανε την Μετάνειρα να αποφασίσει να της εμπιστευθεί την ανατροφή του μικρού πρίγκιπα. Η Δήμητρα άρχισε να ανατρέφει τον νεαρό Δημοφώντα «όμοια με θεό, χωρίς να θηλάζει. Κάθε τόσο το άλειφε απαλά με αμβροσία και με τον στόμα τον χουχούλιαζε. Την νύχτα, τον τύλιγε με τη δύναμη της φωτιάς, σαν αναμμένο πυρσό». Οι γέρο-Βασιλιάδες έβλεπαν το θαύμα «που μεγάλωνε έτσι και γέρευε ο γιος τους μοιάζοντας στους Θεούς. Και η Δήμητρα θα τον γλύτωνε από τις συμφορές και τον θάνατο, αν η Μετάνειρα δε φερνόταν ασύνετα και δεν κοίταζε από το αρωματισμένο της δωμάτιο να δει τι κάνει η Θεά. Φοβήθηκε μην πάθει τίποτα ο γιός της και ξεφώνισε και χτύπησε με τα χέρια τα μηρά της και έκανε μέγα σφάλμα μέσα της». Η Θεά οργίστηκε και απίθωσε κατάχαμα το παιδί λέγοντας ότι «δε θα φοβόταν γηρατειά κι ούτε θάνατο θα φοβότανε ποτέ του και θα γινόταν άξιο να απολαύσει αιώνιες τιμές. Τώρα όμως κανείς δεν θα μπορέσει να το γλυτώσει ούτε απ’ τον θάνατο, ούτε απ’ τις Μοίρες»

Η Θέτις, μας λέει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος, «ήθελε να κάνει αθάνατο το γιο της και κάθε νύχτα τον έβαζε στη φωτιά, κρυφά από τον Πηλέα, για να καεί ότι θνητό είχε πάρει από τον πατέρα του και την μέρα τον άλειφε με αμβροσία. Μα ο Βασιλιάς της Φθίας την παρακολούθησε μια νύχτα και βλέποντας το γιό του να σπαράζει στη φωτιά, έμπηξε τις φωνές. Η Θέτις, βλέποντας πως δεν την αφήνουνε να φθάσει στο σκοπό της, παράτησε το παιδί και γύρισε στις αδελφές της, τις Νηρηίδες.» Το παιδί έμεινε αβύζαχτο και ο Κένταυρος Χείρωνας που το μεγάλωσε το ονόμασε για αυτό τον λόγο Αχιλλέα- αυτός που δεν άγγιξαν τα χείλη του γυναικείους μαστούς.