Κυριακή, Ιανουαρίου 28, 2007

Μ’ ένα οργισμένο κίνημα της λογικής του

Όταν ο γάτος του κ. Συνετού ένοιωσε πώς ήρθε η τελευταία του ώρα, επειδή είναι φυσικό στη ράτσα του να τελειώνη μ’ αξιοπρέπεια, κρύφτηκε σε μιά τρύπα κι από τότε δεν τον ξαναείδαν. Ο κ. Συνετός δεν είχε δάκρυ να κλάψει το γάτο του. Το τελευταίο (αυτό που χύνεται με τόση δυσκολία) το είχε δώσει αλλού. Από κεί και πέρα, για ό,τι κακό θα τον εύρισκε, ένα μόνο μπορούσε να κάνη. Να το συλλογιστή, να το μετρήση και να το κρίνη, σαν νάγινε σε ξένον. Λοιπόν, μαθαίνοντας απ’ τα παιδιά της γειτονιάς πως ο γάτος ψόφησεν, έκαμε κάτι ανάλογο προς την αξιοπρέπεια του αγαπημένου του ζώου. Συλλογίστηκε για τελευταία φορά το γάτο του. Τον άφηκε να περπατήση μεσ’ στην ενθύμηση του μ’ όλα του τα μεγάλα μουστάκια και την καμπύλη της ουράς του κ’ έπειτα – αφού πολύν καιρό του έγινεν εφιάλτης η βελούδινη αφή της γούνας του και το ρουθούνισμα του – τον ξέχασε. Ναι, τον ξέγραψε τέλεια. Είχε πάρει την απόφαση του. Θα ξεχάση, είπε, τον τελευταίο που έχασε. Θα σβήση κι όλους τους άλλους! Ο γάτος ήταν ο τελευταίος Έτσι τελείωσεν η ιστορία της στοργής, των πόνων και των παθών του κ. Συνετού μ’ ένα οργισμένο κίνημα της λογικής του. Έμεινε μονάχος. Όση ζωή του μένει τώρα θάναι πλέον δική του.

-Από μια γουλιά νερό που θα πίνω στο εξής, είπε, δεν έχει να πάρη τίποτα κανένας!...


Πηγή: «Ανακάλυψε την ψυχή του» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Εκδόσεις «Εστία»

  • Πρακτική Φιλοσοφία

Τρίτη, Ιανουαρίου 23, 2007

Δεν βαριέσαι, κι αυτό θα περάσει

Αν και σκύλος μπήκε στο καφενείο σαν βρεγμένη γάτα. Σκελετωμένος, μαδημένος, πληγωμένος, ελεεινός. Ενα καφετί κουρέλι. Κάθισε σε μια γωνιά και άρχισε να παρακολουθεί τους πάντες και τα πάντα με τα πανέξυπνα μάτια του. Από πού ήλθε; Αγνωστο. Αγνωστος μεταξύ γνωστών, όλοι μας μέσα στο καφενείο.
Ξαφνικά έπεσε στο πάτωμα το κομπολόι κάποιου από τους θαμώνες. Ο σκύλος έτρεξε, το έπιασε με το στόμα του και το έφερε στον κάτοχό του, που τον κοίταξε έκπληκτος. Σε λίγο έπεσε κάτω και ένα ζάρι από κάποιο τάβλι. Ο σκύλος το έπιασε απαλά με τα χείλια του, το πήγε στο τραπέζι και ξανακάθισε στη γωνιά του. "Τι είναι αυτό ρε;", ρώτησε ένας. "Σκύλος, δεν το βλέπεις;", είπε ένας άλλος. "Ελα Παναγιά μου", είπε ένας τρίτος.
Μέσα σε λίγες μέρες έγινε η μασκότ του καφενείου και ο αγαπημένος σκύλος όλου του χωριού. Και τι δεν έκανε. Ανοιγε την πόρτα, έκλεινε την πόρτα, μάζευε τα σκουπίδια -χαρτιά, καπάκια, αποτσίγαρα- και τα πήγαινε στη γωνιά με τα σκουπίδια. Κυνήγαγε τις γάτες και τις κατσαρίδες και φύλαγε το καφενείο όλη τη νύχτα άγρυπνα από τους κακούς. Επινε καφέ, αναψυκτικά και κάπου κάπου λίγη μπίρα. Μόνο που δεν κάπνιζε! Εφερνε και τις εφημερίδες κάποιων απ' το περίπτερο. Μέχρι που τον πήρε μια φορά και ο αστυνόμος να του βρει κάτι κλοπιμαία. Και τα βρήκε! Λίγο κουλούρι από δω, λίγο σαλαμάκι από κει, κάνα κόκαλο παρακάτω, είχε αρχίσει να παίρνει τα πάνω του. Κάποιος τον έβγαλε «Ζορμπά» και του 'μεινε.
Πολλοί ήθελαν να τον πάρουν στο σπίτι τους κι ας είχαν δύο και τρία σκυλιά. Να τον οικειοποιηθούν. Αλλά αυτός πιστός στο καφενείο. Ηταν το πραγματικό του σπίτι. Αυτό που τον πρωτοδέχτηκε και όφειλε να το υπηρετεί πιστά και άγρυπνα. Αυτό και τους θαμώνες του. Δεν ήταν κτήμα κανενός. Ετσι του άρεσε και έτσι πορευόταν. Ελεύθερος και ωραίος. Με καλό καιρό, έξω, κάτω από την κληματαριά. Με άσχημο, μέσα στη γωνίτσα του.
Κάπου κάπου χανόταν μυστηριωδώς για μια δυο μέρες. Πού να είναι αυτός ο μπαγάσας, αναρωτιόμασταν και πολύ ανησυχούσαμε. Και εμφανιζόταν εξουθενωμένος, στραπατσαρισμένος, αλλά και πολύ ικανοποιημένος. Επιανε τη γωνίτσα του, λαγοκοιμόταν, αλλά πάντα έτοιμος για το καθήκον. "Ζορμπάς ο μπαγάσας", λέγαμε και καμαρώναμε...
Μια φορά τον κλότσησε κάποιος, έτσι γι' αστείο, ίσως και τυχαία, και πέσαμε όλοι να τον φάμε. Ο Λιάκος μάλιστα, ένα ντερέκι μέχρι κει πάνω, που είχε κάνει και στις αγροτικές, πήγε να του φέρει ένα μπουκάλι της μπίρας στο κεφάλι και με πολλή προσπάθεια τον συγκρατήσαμε.
Ετσι πέρασε κάπου ένας χρόνος και μια μέρα έφυγε και δεν ξαναγύρισε. Κάποιος είπε πως τον είδε ξεκοιλιασμένο πάνω στη δημοσιά, αλλά δεν ήταν και σίγουρος ότι ήταν αυτός. Ισως... Από τότε κάτι άλλαξε στο καφενείο. Κάτι λείπει. Λιγότερο κέφι, λιγότερα πειράγματα, περισσότερο ούζο. Πόσο θα κρατήσει αυτό άραγε; Δεν βαριέσαι, κι αυτό θα περάσει...


Πηγή: «Από την άκρη της Αγοράς» του Γιώργου Κουρμούση. Εκδόσεις Οδυσσέας

  • συναισθήματα

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2007

Ευχαριστώ!


Η δασκάλα Ana Julia Torres απολαμβάνει το ευχαριστώ του Jupiter, ενός αφρικανικού λέοντα που τον λύτρωσε από την αναξιοπρεπή ζωή του τσίρκου.




Πηγή: Associated Press

  • συναισθήματα

Σάββατο, Ιανουαρίου 06, 2007

Με αυτό τον τρόπο, Ψυχή μου, σ’ ερωτεύτηκα.



My Cordelia!

In old tales we can read that a river fell ιn love with a girl. Thus is my soul like a river, which loves you. Sometimes it is tranquil and lets your image mirror itself deep and unmoved in it, sometimes it has the illusion of having caught your image, then its wave curls in order prevent you from escaping again; sometimes it softly curls its surface and plays with your image, sometimes it has lost it, then will its wave become black and despairing. So is my soul; like a river that has fallen in love with you.

Your Johannes."


Κορδελιά μου,

Σε παλιούς καιρούς μάθαμε για το
ποτάμι που αγάπησε μια Δέσποινα.
Έτσι και η δική μου καρδιά, σαν το ποτάμι,
σε ποθεί.
Κάποιες στιγμές, γαλήνιο καθώς είναι,
η εικόνα σου σταθερή καθρεφτίζεται στα βαθειά νερά του.
Κάποιες άλλες φαντάζεται ότι την μορφή σου,
στον αφρό του, συγκρατεί για να μην τη χάσει ξανά.
Υπάρχουν και ώρες γλυκιές που με
το αντιφέγγισμα σου στα κύματα του παίζει
και όταν σε χάνει από απελπισία μαυρίζει.
Με αυτό τον τρόπο, Ψυχή μου, σ’ ερωτεύτηκα.

Ο Αγαπημένος σου Johannes


Πηγή: "Forførerens Dagbog" den Søren Kierkegaard


  • "Το ημερολόγιο ενός διαφθορέα" αποτελεί μέρος του φιλοσοφικού έργου του Σαίρεν Κίρκεγκωρ "Enten-Eller". Στο "Έτσι ή Αλλιώς" ερευνώνται τα στάδια της ύπαρξης. Η επιρροή του σε υπαρξιακούς ψυχολόγους όπως ο Carl Rogers υπήρξε καθοριστική.
  • γράμματα




Δευτέρα, Ιανουαρίου 01, 2007

Άπληστε Χρόνε! Σου απαγορεύω...

Devouring Time, blunt thou the lion's paws,
And make the earth devour her own sweet brood;
Pluck the keen teeth from the fierce tiger's jaws,
And burn the long-lived phoenix in her blood;

Make glad and sorry seasons as thou fleets,
And do whate'er thou wilt, swift-footed Time,
To the wide world and all her fading sweets;
But I forbid thee one most heinous crime:

O, carve not with thy hours my love's fair brow,
Nor draw no lines there with thine antique pen;
Him in thy course untainted do allow
For beauty's pattern to succeeding men.

Yet, do thy worst, old Time: despite thy wrong,
My love shall in my verse ever live young.


Άπληστε Χρόνε, στόμωσε του λιονταριού τ’ ακόνια
Τη γης να κατατρώγει, κάνε, κάθε γλυκό της θρέμμα ·
Μάδησε τα δόντια τ’ αιχμηρά από του θεριού τα φονικά σαγόνια,
Και κάψε το αιώνιο πουλί, το φοίνικα, με το δικό του αίμα.

Φέρε εποχές χαρούμενες και θλιβερές ενώ κινείσαι,
Κι ότι μπορείς μαράζωσε με το γοργό σου βήμα ∙
Το κόσμο τον απέραντο με τις φθαρμένες χάρες σβήσε.
Σου απαγορεύω όμως το πιο φρικτό σου κρίμα:

Της αγάπης μου την ακριβή θωριά, με τις ώρες σου, δεν θα χαράξεις ∙
Αυλακιές με την αρχαία πένα σου μη σκάψεις ∙
Αλώβητη τη νιότη άφησε, μη την χαλάσεις ∙
Για του άντρες πούρχονται την ομορφιά της να φυλάξεις.

Μι κι αν ακόμα το θλιβερό σου έγκλημα προκάνεις, άχρηστο θα γένει,
Η Αγάπη μου, στου στίχους μου, νέα και άφθαρτη για πάντα μένει.

Πηγή: Shakespeare’s Sonnet XIX

  • συναισθήματα