Τετάρτη, Φεβρουαρίου 21, 2007

Κάποιος την είχε αλαφρώσει. Το δράμα της πέρασε στη συνείδηση κάποιου άλλου ανθρώπου της γης

Η γριά, με τα μάτια κόκκινα, συλλογιζόταν ακίνητη στη θέση της, βυθισμένη στη νάρκη εκείνη που ακολουθεί τις μεγάλες ταραχές. Κάτι είχε καταλάβει. Κάποιος την είχε αλαφρώσει. Ποιος; Δεν το ξέρει. Ένοιωσεν όμως, με την ευαισθησία του λυπημένου, πως το δράμα της πέρασε στη συνείδηση κάποιου άλλου ανθρώπου της γης. Έτσι, καθώς είχε κλείσει τα μάτια της απ’ τη νάρκη, νόμισε πως τάχα τη χάιδεψε μιαν απαλή ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα. Σε λιγάκι σηκώθηκε απ’ τη γη αυτή. Τ’ άστρα πλησίασαν το ένα στ’ άλλο, τάχατες. Κι αυτή περνούσεν από άστρο σε άστρο μόνο με την παραμικρή βοήθεια που της έδιναν άλλοι, κρατώντας ελαφρά το ζαρωμένο της χέρι. Οι κόσμοι, λέει, έστελναν φως, ήσυχο και γλυκό που χάιδευε τα κλαμένα μάτια της. Κ’ οι άγγελοι, χωρίς να σαλεύουν πολύ τα μεγάλα άσπρα φτερά των, τα κρατούσαν σχεδόν ακίνητα κ΄ έπλεαν άλλος επάνω σε ρόδινο κι άλλος σ’ αχνογάλανο σύννεφο. Και, σ’ όλην αυτήν την ησυχία, ακούστηκεν η θεία αρμονία του ψαλμού των, πολύλαλη, αλλά σοβαρή και ήσυχη, σαν γαληνό ποτάμι ήχων, που γινόταν, νομίζεις, ένα με τη σιωπή και με το φως. Κι όταν άνοιξε τα μάτια της η γριά και βρέθηκε πάλι στη ίδια θέση του βαγονιού, με τον ίδιο ταξιδιώτη μπροστά της, δεν ερώτησεν ούτε γιατί, ούτε πως έγινεν αυτό. Ένοιωσε μόνο πως στο ουράνιο τούτο ταξίδι οδηγήθηκε από άλλη ανθρώπινη ψυχή. Κάποιος την είχε συμπονέσει. Δεν ήξερε ποιος … Ίσως καμμιά γυναίκα. Κανένας εργάτης … Κανένας δυστυχισμένος … Ποιος τα μαθαίνει αυτά. Ποτέ δεν ξέρομε που πέφτουν οι στάλες των δακρύων μας και που γίνονται κρίνοι για μας.

Δεν προδόθηκε λοιπόν ο κ. Συνετός. Στα μάτια της γριάς πέρασε για ένας αδιάφορος ταξιδιώτης, που βιάζεται κάπου να φτάση. Τόσο καλά κράτησε μπροστά της το ατάραχο ύφος του. Η γριά είδε τον άγνωστο της συνταξιδιώτη να κατεβαίνει σ’ ένα σταθμό και να χάνεται μεσ’ στο πλήθος. Ποτέ δε θα υποψιαστή πως αυτός ήταν που την είχεν οδηγήσει ανάμεσα των άστρων! Ο κ. Συνετός κατέβηκε σε μια πόλη γεμάτη ξένους. Ανθρώπους μονάχους, νούμερα ξενοδοχείων, έντεκα, εικοσιτρία, ογδονταδύο… Αδιαφορούν, σωπαίνουν, πίνουν ολόκληρη τη γουλιά τους. Αλλά δεν ήταν πλέον ένας απ’ αυτούς! Δεν έγινεν ποτέ! Η παράδοξη περιπέτεια του τον πληροφόρησε πως είχεν γελαστεί. Όχι! Δε μπορεί να πιή τη γουλιά του ολόκληρη! Υπάρχει ακόμα στην ύπαρξη του χώρος για μυριάδες πόνους. Είναι πλασμένος για τους άλλους! Αδύνατο να μείνη μέσα στον εαυτό του! Όσα υπόφερεν ως τώρα ήταν σωστό να τα υποφέρη! Κ’ εκείνα τα δεινά που θα τον περιμένουν, πάλι θα του πρέπουν! Τα πάντα είναι γραμμένα.

Έπρεπε λοιπόν να ταξιδέψη σε μακρυνές θάλασσες για να το μάθη; Επήγε στα «διεθνή έθνη» μονάχος για να βρή στο δρόμο πάλι την ψυχή του;


Πηγή: «Ανακάλυψε την ψυχή του» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Εκδόσεις «Εστία»



Παρασκευή, Φεβρουαρίου 16, 2007

Η δύναμη που μεταφέρει τις περιπέτειες από τη μια στην άλλη ψυχή, η συμπάθεια

Η γριά, πεσμένη απέναντι στη γωνιά τώρα μόλις, άρχισε να νιώθη το χωρισμό. Έκλαιγε. Είχε γίνει μια βρυσούλα, σαν αυτές που τρέχουν σε σκοτεινό άνοιγμα βράχου κάτω από φύλλα. Και σχεδόν ο κ. Συνετός ένοιωσε μια ζηλοτυπία. Αυτός είναι καιρός που έδωσε το τελευταίο δάκρυ. Δεν έχει άλλο. Και τώρα βλέπει μια γριά που, σε τέτοια ηλικία, έχει ακόμα να δώση! Και πόσα! Μά τ’ είναι αυτό που ανοίγει τέτοιες βρύσες; Δε φοβάται λοιπόν ο πόνος ούτε τ’ αγκομαχητά των σταθμών, ούτε την απόφαση ανθρώπων που τον αρνήθηκαν και θέλουν να τον καταστρέψουν, καθώς λόγου χάριν, ο ίδιος ο κ. Συνετός; Η γριά ζήτησε να γελάση τον εαυτό της. Άνοιξε ένα βιβλίο… Μάταια. Δεν έβλεπε τίποτα. Τ’ άνοιξε σ’ άλλη σελίδα. Τόκλεισε. Έπειτα άνοιξεν ένα σακκίδιο κ’ έβγαζε από μέσα μικροπράματα, που δεν είχαν αυτή τη στιγμή καμμιά απολύτως χρησιμότητα: ένα ψαλιδάκι, ένα πορτοφόλι, δυό επιστολές, μια θήκη. Τα γύρισε στα χέρια της πολλές φορές, που νομίζεις πως τα παρακαλούσε κάτι να της χρειαστούν. Κι αυτά δεν μπορούσαν, φαίνεται, να τη γελάσουν. Τα ξανάβαλε στο σακκίδιο. Έπειτα έρριξε τα μάτια της έξω απ’ το παράθυρο. Πράσινα τοπία χωρίς νόημα, δέντρα ορθά, πυκνά, μονότονα, μυριάδες, όλα τα ίδια. Ακατανόητος όγκος η δημιουργία στον άνθρωπο όταν δε μπορή να του δώση βοήθεια! Επέρασε μια μικρή πόλη – μα το θέαμα της ησυχίας των σπιτιών της και των τζακιών που κάπνιζαν της έφερε πάλι στο νού το χωρισμό κι άνοιξεν άλλη μια φορά η βρύση των γαλανών της ματιών. Αυτή τη φορά έκλαψε πάρα πολύ, ως που, τέλος, τα μάτια της στέγνωσαν κ΄ έμεινε κοιτάζοντας το ανοιγμένο βιβλίο – χωρίς να διαβάζη ούτε μία γραμμή.

Όπως οι πλημμυρισμένοι κάποτε νοιώθουν τον κίνδυνο πολύ αργά, τη στιγμή που δε μπορούν να κάμουν τίποτε και παραδίνονται, έτσι αργά κι ο κ. Συνετός ένοιωσε πως το δράμα της άγνωστης ηλικιωμένης γυναίκας είχε περάσει πλέον σ’ αυτόν. Σαν ύπουλη πλημμύρα ανέβαινε στον εσωτερικό του κόσμο. Όλη η πίκρα της απλώθηκε στην ψυχή του σα να ήταν δική του. Ο κ. Συνετός βρήκε μέσα στον εαυτό του μια εισβολή που δεν την περίμενε. Ποτέ δεν είχαν συναντηθή. Ποτέ δεν θ’ απαντήση άλλη φορά ο ένας τον άλλον. Ποτέ δε θα θυσιάσει ο ένας για τον άλλον ούτε τόσο δα απ΄ την ησυχία του. Κι όμως απ’ τις κλεισμένες σιδερόπορτες, τα σηκωμένα γεφύρια, τους πύργους και τις πολεμίστρες του ατόμου του κ. Συνετού μπήκε η δυστυχία της άγνωστης γυναίκας και γέμισε όλο το άδειο της ψυχής του. Κ’ ενώ ντρέπεται μπροστά στον εαυτό του – πόσο είχεν υποσχεθή να τον προφυλάξη και πως τον αφήκεν στη τύχη του! -, από τ΄ άλλο μέρος θαυμάζει την ανθρώπινη λύπη, που δεν εννοεί να κλειστή μέσα στα σύνορα μιας ψυχής μοναχής. Πάντοτε γυρεύει την άλλη. Και βλέπει την ψυχή του ανθρώπου ο κ. Συνετός σαν τα δέντρα εκείνα, που μέσα στη γή ψάχνουν με χιλιάδες ψιλές ρίζες να βρούν νερό και τρυπούν τους τοίχους των πηγαδιών για να πιούν… Βλέπει πόσο αδιάφορη είναι στα σχέδια του, στην οργή του και στην απόφαση του, η δύναμη που μεταφέρει τις περιπέτειες από τη μια στην άλλη ψυχή, η συμπάθεια


Πηγή: «Ανακάλυψε την ψυχή του» του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Εκδόσεις «Εστία»