Πέμπτη, Απριλίου 12, 2007

Όχι πια δοκιμές με τη σπάθα, αλλά ένα διακριτικό και ευγενικό τσίμπημα

…Blessed be the man who invented goads! Blessed the innkeeper of Bouchet St. Nicolas, who introduced me to their use! This plain wand, with an eighth of an inch of pin, was indeed a sceptre when he put it in my hands. Thenceforward Modestine was my slave. A prick, and she passed the most inviting stable door. A prick, and she broke forth into a gallant little trotlet that devoured the miles. It was not a remarkable speed, when all was said; and we took four hours to cover ten miles at the best of it. But what a heavenly change since yesterday! No more wielding of the ugly cudgel; no more flailing with an aching arm; no more broadsword exercise, but a discreet and gentlemanly fence. And what although now and then a drop of blood should appear on Modestine’s mouse-coloured wedge-like rump? I should have preferred it otherwise, indeed; but yesterday’s exploits had purged my heart of all humanity. The perverse little devil, since she would not be taken with kindness, must even go with pricking…

…Ευλογημένος ο άνθρωπος που επινόησε τη βουκέντρα! Ευλογημένος ο ξενοδόχος του Αγίου Νικολάου που με μύησε στη χρήση της! Από εκείνη τη στιγμή η Μοντεστίν έγινε ο σκλάβος μου, η κινητή μου περιουσία, ο πιο υπάκουος, ταπεινός υπηρέτης. Ένα κέντρισμα για να προσπεράσει και την πιο ελκυστική σταβλόπορτα! Ένα κέντρισμα για να ξεσπάσει σ' ένα κομψό, μικρό καλπασμό που καταβρόχθιζε τα χιλιόμετρα! Δεν ήταν καθόλου γρήγορη όταν την απέκτησα· μας πήρε τέσσερις ώρες για να καλύψουμε δέκα μίλια· όμως, τι ουράνια αλλαγή από χθες! Όχι πια βουρδουλιές με το άσχημο ματσούκι· όχι πια χτυπήματα μ' έναν πονεμένο χέρι· όχι πια δοκιμές με τη σπάθα, αλλά ένα διακριτικό και ευγενικό τσίμπημα. Όμως τι γίνεται που πότε πότε εμφανίζεται μια σταγόνα αίμα στο γκρίζο, σφηνοειδές καπούλι της Μοντεστίν; Στ' αλήθεια, θα προτιμούσα τα πράγματα να' ταν αλλιώς, αλλά οι χτεσινές μου περιπέτειες είχαν αδειάσει την καρδιά μου από κάθε ανθρωπιά. Η ξεροκέφαλη μικρή διαβόλισσα, αφού δεν καταλαβαίνει από καλοσύνη, θα πάρει μπρος με τη βουκέντρα…

Πηγή: Travels with a Donkey in the Cévennes by Robert Louis Stevenson

  • Η μετάφραση είναι της Κατερίνας Σχοινά

  • Ο Robert Louis Stevenson είναι γνωστός για τη novella Strange Case of Dr Jekyll and Mr Hyde’, μια διείσδυση στη διπλή προσωπικότητα και το υποσυνείδητο

Τετάρτη, Απριλίου 04, 2007

Δικάζουν και δικάζονται

… «- Αμήν λέγω υμίν ότι εις εξ υμών παραδώσει με»

Στα λόγια τούτα του Κυρίου ο Δείπνος γίνεται θάλασσα ανησυχίας, που φεύγει απότομα από το Χριστό. Σαν από πλοίο, υψώνει δυό κύματα στις δύο τριάδες των Αποστόλων δεξιά κι’ αριστερά του Κυρίου και βράζει ως τους δύο ακρινούς αποστόλους. Οι απόστολοι σχίζουν τα ρούχα τους. Κυττάζονται. Ρωτούν τον εαυτό τους. Το βλέμμα τους βυθίζεται στην άβυσσο του ψυχικού των κόσμου. Δικάζουν και δικάζονται. Είμαι γώ; Άλλοι ρωτούν ακόμα την ψυχή τους. Άλλοι ταξίδεψαν την άβυσσο της μονομιάς, ανέβηκαν στην επιφάνεια και διαλαλούν με την έκφρασι του προσώπου, με τη στάσι, με την κίνηση των χεριών πως είνε αθώοι. Μα η προδοσία κάπου είνε…

… Ναι, ήρθεν η ώρα ο Μυστικός Δείπνος να μπή στη γλώσσα της ζωγραφικής. Οι απόστολοι να γίνουν δώδεκα άνθρωποι, οι δώδεκα άνθρωποι να γίνουν πλήθος κινημένο – και οργανωμένο – γύρω από τον κεραυνό του λόγου. Ο Κουατροτσέντο δεν είχε κατορθώσει να μετρηθεί με το θέμα. Ζωγράφισε το Μυστικό Δείπνο με τους νατουραλιστές του, με τον Καστάνιο και τον Γκιρλαντάγιο. Μα το δράμα του ξέφυγε. Ήταν συγκεντρώσεις όχι συνθέσεις…

… Τοποθετούν τον Ιούδα ολομόναχο στη μια μακρυά πλευρά του τραπεζιού και μαζεύουν όλους τους άλλους αποστόλους στην αντίθετη. Δεν αφήνουν τίποτε για το θεατή. Του φωνάζουν: «Νάτος, αυτός είνε». Τον τιμώρησαν από τώρα. Ενας τέτοιος Ιούδας κι αν δεν κρεμαστή θα πεθάνη από πλήξι στη εξορία που τον έστειλαν. Έπρεπε νάρθουν η φύσις κ’ η επιστήμη να τον βγάλουν από κεί. Έπρεπεν αυτές με την αιχμή του μολυβιού του Ντα Βίντσι να τον στείλουν στους δώδεκα, να κάμη και τους δώδεκα ένοχους, να κινήση το πλήθος, να συνθέση το δράμα…

Πηγή: «Σχεδιάσματα» του Ζαχ. Παπαντωνίου. Εκδόσεις Εστία